Αριστοτέλης, Μοντεσκιέ και το Το Πνεύμα των Νόμων
Σάρλ-Λουῒ ντὲ Σεκοντὰ (1689-1755) γεννήθηκε στὸ Μπορντώ. Γόνος εὐγενοῦς οἴκου τρισήμισυ αἰώνων, ἐκπαιδεύτηκε σὲ μοναστήρι καὶ στὴ συνέχεια σπούδα σε νομικὰ στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Μπορντὼ καὶ ἔγινε σύμβουλος τοῦ Ἀνώτατου Δικαστηρίου, ἀσκῶντας παράλληλα καὶ τὴ δικηγορία.Με τὰ δύο χρόνια κληρονόμησε ἀπὸ τὸ θεῖο του τὸ ἀξίωμα τοῦ προέδρου τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου τοῦ Μπορντὼ καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Μοντεσκιέ.
Όμως ό Ἀριστοτέλης ἔχει διατυπώσει τὴν ἀρχὴ τῆς διάκρισης τῶν ἐξουσιῶν πρίν από τον Μοντεσκιέ.
ΜΟΝΤΕΣΚΙΕ
«Σὲ κάθε κράτος ὑπάρχουν τριῶν εἰδῶν ἐξουσίες: ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τῶν πραγμάτων, ποὺ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ δίκαιο τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία αὐτῶν, ποὺ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ἀστικὸ δίκαιο.» («Τὸ Πνεῦμα τῶν Νόμων», Μέρος Β΄, Κεφ. 3, Ι.)
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ:
«Ὑπάρχουν μάλι στα τρία μέρη ὅλων τῶν πολιτευμάτων… καὶ τὰ πολιτεύμα τα διαφέρουν μεταξύ τους στὰ γνωρίσματα ποὺ ἔχει τὸ καθένα. Καὶ ἀπὸ τὰ τρία τὸ πρῶτο εἶναι τὸ κοινοβούλιο περὶ τῶν κοινῶν, δεύτερο τὸ ἀναφερόμενο στὶς ἀρχὲς (ποιές πρέπει νὰ εἶναι οἱ ἀρχὲς καὶ ποιῶν ἁρμοδιοτήτων καὶ πῶς πρέπει νὰ γίνεται ἡ ἐκλογή τους) καὶ τρίτο τὸ δικάζον. Κύριο ὅμως εἶναι τὸ κοινοβούλιο, ποὺ ἀποφασίζει περὶ πολέμου καὶ εἰρήνης, συμμαχίας καὶ διάλυσης, νόμων, θανάτου καὶ ἐξορίας, δήμευσης περιουσίας, ἐκλογῆς τῶν ἀρχῶν καὶ εὐθυνῶν τους.» («Πολιτικά» Δ, 1297β, 14.)
ΜΟΝΤΕΣΚΙΕ:
«Ὅπως μέσα σὲ ἕνα ἐλεύθερο κράτος κάθε ἄνθρωπος, ποὺ ὑποτίθεται πὼς ἔχει ἐλεύθερη ψυχή, θὰ πρέπει νὰ κυβερνᾶται ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, θὰ πρέπει καὶ ὁ λαὸς ὡς σύνολο νὰ ἔχῃ τὴ νομοθετικὴ ἐξουσία.» («Τὸ Πνεῦμα τῶν Νόμων», Μέρος Β΄, Κεφ. 3, VΙ.)
«Ὑπάρχουν πάντα ἄνθρωποι μέσα σὲ ἕνα κράτος, ποὺ ξεχωρίζουν ἀπὸ τὴ γενιά, τὰ πλούτη ἢ τὰ ἀξιώματα, ἂν ὅμως εἶναι περιωρισμένοι ἀνάμεσα στὸ λαὸ καὶ ἂν ἔχουν μόνο μία φωνή, ὅπως οἱ ἄλλοι, ἡ κοινὴ ἐλευθερία θὰ εἶναι γιὰ αὐτοὺς ἡ ὑποδούλωσή τους καὶ δὲ θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ὑπερασπισθοῦν τὰ συμφέροντά τους, ἡ πλειοψηφία τῶν ἀποφάσεων θὰ εἶναι ἐναντίον τους. Ἡ συμμετοχή τους στὴ νομοθεσία θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ εἶναι ἀνάλογη μὲ ἄλλα προνόμια, ποὺ κατέχουν μέσα στὸ κράτος. Καὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ γίνῃ, ὅταν σχηματίσουν ἕνα ξεχωριστὸ σῶμα, ποὺ θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προβάλλῃ τὴν ἀρνησικυρία (βέτο) στὶς ἐπιδιώξεις τοῦ λαοῦ, ὅπως καὶ ὁ λαὸς θὰ ἔχῃ τὸ ἴδιο δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας (βέτο) στὶς δικές τους.» («Τὸ Πνεῦμα τῶν Νόμων», Μέρος Β΄, Κεφ. 3, VΙ.)
«Τὸ σῶμα τῶν εὐγενῶν πρέπει νὰ εἶναι κληρονομικό. Ἐπειδὴ εἶναι τέτοιο κυρίως ἀπὸ τὴν φύση του καὶ πρέπει ἄλλως τε νὰ ἔχῃ μεγάλο ἐνδιαφέρον γιὰ διατήρηση τῶν προνομίων του, μισητῶν ἀπὸ τὴν ἴδια τους τὴν φύση σὲ ἕνα ἐλεύθερο κράτος, πρέπει πάντα νὰ ὑπάρχῃ ὁ φόβος, ὅτι θὰ καταργηθοῦν. Ἐπειδὴ ὅμως μία κληρονομικὴ ἐξουσία θὰ μποροῦσε νὰ παρασυρθῇ στὰ προσωπικά της συμφέροντα καὶ νὰ παραμελήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, θὰ πρέπει, ὅπου ὑπάρχει ἕνα κυριαρχικὸ δικαίωμα ἀλλοίωσής τους, ὅπως στοὺς νόμους εἴσπραξης χρημάτων, νὰ συμμετέχῃ στὴ νομοθετικὴ ἐργασία, ἀλλὰ μόνο μὲ τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίζῃ (ἀρνησικυρία, βέτο) καὶ ὄχι μὲ τὸ δικαίωμα νὰ θεσπίζῃ.» («Τὸ Πνεῦμα τῶν Νόμων», Μέρος Β΄, Κεφ. 3, VΙ.)
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
«Ἀπὸ τὰ τρία μέρη ὅλων τῶν πολιτευμάτων κύριο εἶναι τὸ κοινοβούλιο περὶ τῶν κοινῶν…» («Πολιτικά» Α, 12987β, 14.)
ΜΟΝΤΕΣΚΙΕ
«Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ βρίσκεται στὰ χέρια ἑνός, γιατὶ αὐτὸ τὸ τμῆμα τῆς κυβέρνησης, ποὺ ἔχει σχεδὸν πάντοτε ἀνάγκη ἀπὸ μία ἄμεση ἐνέργεια, διευθύνεται καλύτερα ἀπὸ ἕναν παρὰ ἀπὸ πολλούς, ἐνῷ αὐτὸ ποὺ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ νομοθετικὴ ἐξουσία συχνὰ ρυθμίζεται καλύτερα ἀπὸ πολλοὺς παρὰ ἀπὸ ἕναν. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀναφορὰ στὸν ἕναν καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνατεθῇ σὲ ἕναν ὡρισμένο ἀριθμὸ προ-σώπων ἀπὸ τὸ νομοθετικὸ σῶμα, τότε δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον ἐλευθερία, γιατὶ οἱ δύο ἐξουσίες θὰ ἔχουν ἑνοποιηθῆ καὶ τὰ ἴδια πρόσωπα μερικὲς φορὲς θὰ μποροῦν ὁπωσδήποτε νὰ συμμετέχουν καὶ στὴ μία καὶ στὴν ἄλλη.» («Τὸ Πνεῦμα τῶν Νόμων», Μέρος Β΄, Κεφ. 3, VΙ.)
«Ἂν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ διακόπτῃ τὶς ἐργασίες τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, θὰ καταλήξῃ στὸ δεσποτισμό. Γιατὶ θὰ ἀναλάβῃ ὅλη τὴ δύναμη, ποὺ μπορεῖ νὰ φαντασθῇ, καὶ θὰ ἐκμηδενίσῃ ὅλες τὶς ἄλλες ἐξουσίες. Ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἔχῃ τὴ δυνατότητα ἀντίστοιχα νὰ σταματᾷ τὴν ἐκτελεστική, γιατί, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐκτέλεση ἔχει τὰ ὅριά της ἀπὸ τὴν φύση της, εἶναι ἀνώφελο νὰ περιορίζεται· ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται πάντα πάνω σὲ στιγμιαῖες καὶ προσωρινὲς ὑποθέσεις.» («Τὸ Πνεῦμα τῶν Νόμων», Μέρος Β΄, Κεφ. 3,VΙ.)
«Ἀλλὰ ὅποιο καὶ ἂν εἶναι τὸ πόρισμα τῆς ἔρευνας, τὸ νομοθετικὸ σῶμα δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴ δυνατότητα νὰ ἐλέγχῃ ἐκεῖνον, ποὺ ἐκτελεῖ τὶς ἀποφάσεις του. Τὸ πρόσωπο (τοῦ ἑνός) πρέπει νὰ εἶναι ἱερό, γιατὶ εἶναι ἀναγκαῖο γιὰ τὸ κράτος νὰ μὴ γίνεται τὸ νομοθετικὸ σῶμα τυραννικό. Γιατὶ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ τὸ πρόσωπο τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας θὰ κατηγορεῖτο ἢ θὰ κρινόταν, δὲν θὰ ὑπῆρχε πιὰ ἐλευθερία.» («Τὸ Πνεῦμα τῶν Νόμων», Μέρος Β΄, Κεφ. 3, VΙ.)
«Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὅπως εἴπαμε, πρέπει νὰ συμμετέχῃ στὴ νομοθετικὴ ἐξουσία μὲ τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίζῃ (ἀρνησικυρία-βέτο)· χωρὶς αὐτὸ (τὸ δικαίωμα) θὰ εἶναι σύντομα ἀπογυμνωμένη ἀπὸ τὰ προνόμιά της. Ἀλλὰ ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπεμβαίνῃ στὴ δικαιοδοσία τῆς ἐκτελεστικῆς, αὐτὴ θὰ ἔχῃ, ἐπίσης χαθῆ.»
(«Τὸ Πνεῦμα τῶν Νόμων», Μέρος Β΄, Κεφ. 3, VΙ.)
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
«Ἐὰν δὲ κάποιος θεωρήσῃ, πὼς τὸ ἄριστο πολίτευμα στὶς πόλεις εἶναι νὰ κυβερνῶν ται ἀπὸ βασιλιᾶ, τότε πῶς μπορεῖ νὰ ρυθμισθοῦν ἐκεῖ να ποὺ ἀφοροῦν στὰ τέκνα του; Πρέπει καὶ τὸ βασιλικὸ γένος νὰ βασιλεύῃ; Ἀλλὰ ὅσοι ἀπὸ αὐτοὺς ἔτυχε νὰ γίνουν βασιλεῖς ἄνευ προσόν των ὑπῆρξαν ἐπιζήμιοι.» («Πολιτικά» Γ, 1286β, 15.)
«Δημοκρατία δὲ ὑπάρχει, ὅταν εἶναι κύριο τὸ πλῆθος.»
(«Πολιτικά» Γ, 1279β.)
«Τῆς δὲ ἐλευθερίας με τέχουν οἱ πάντες.»
(«Πολιτικά» Γ, 1280α.)
«Προϋπόθεση λοιπὸν τῆς δημοκρατίας εἶναι ἡ ἐλευθερία.»
(«Πολιτικά» ΣΤ, 1317α, 15.)
«Ὁ ἔλεγχος τῶν ἀρχόντων καὶ ἡ ἐκλογή τους εἶναι τὸ μέγιστο (στὴν πολιτεία).»
(«Πολιτικά» Γ, 1282α.)
«Ἐπιπλέον στὸ ἄριστο πολίτευμα ὁ πολίτης μπορεῖ καὶ προτίθεται νὰ ἄρχεται καὶ νὰ ἄρχῃ μὲ ἀρετὴ στὸν βίο του.»
(«Πολιτικά» Γ, 1284α.)
ΜΟΝΤΕΣΚΙΕ:
«Ἀπὸ τὶς τρεῖς ἐξουσίες, γιὰ τὶς ὁποῖες μιλήσαμε, ἡ δικαστικὴ εἶναι κατὰκάποιο τρόπο μηδαμινή. Δὲν μένουν παρὰ μόνο οἱ δύο (νομοθετικὴ καὶ ἐκτελεστική) καὶ καθὼς ἔχουν ἀνάγκη μιᾶς ρυθμιστικῆς ἐξουσίας, γιὰ νὰ τὶς μετριάζῃ, τὸ δικαστικὸ σῶμα τῶν εὐγενῶν εἶναι ἀπόλυτα κατάλληλο, γιὰ νὰ παράγῃ αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα.»
(«Τὸ Πνεῦμα τῶν Νόμων», Μέ ρος Β΄, Κεφ. 3, VΙ.)
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
«Ἡ δὲ λογικὴ καθιστᾷ φανερὸ τὸ συμφέρον καὶ τὸ βλαβερὸ καὶ ἔτσι τὸ δίκαιο καὶ τὸ ἄδικο. Γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὰ ζῷα, νὰ γνωρίζουν τὸ ἀγαθὸ καὶ τὸ κακό, τὸ δίκαιο καὶ τὸ ἄδικο καὶ νὰ ἔχουν τὴν αἴσθηση ὅλων τῶν ἄλλων.»
(«Πολιτικά» Α, 1253α.)
«Ἡ δικαιοσύνη εἶναι πολιτική. Γιατὶ ἡ δίκη εἶναι τάξη τῆς πολιτικῆς κοινωνίας, ἡ δὲ δικαιοσύνη κρίση τοῦ δικαίου.»
(«Πολιτικά» Α, 1253α.)
«Γιατὶ κοινωνικὴ ἀρετὴ θεωροῦμεν πὼς εἶναι ἡ δικαιοσύνη.»
(«Πολιτικά» Γ, 1283α.)
«Φαύλων δικαστηρίων οἱ ἀποφάσεις πολλὲς δημοκρατίες ἀνέτρεψαν.»
(«Πολιτικά» ΣΤ, 1320α.)
Short URL: http://thenetwar.com/?p=48571







