Σαν σήμερα αυτοκτόνησε ο Ιωάννης Συκουτρής το 1937

Ο Ιωάννης Συκουτρής (Σμύρνη, 1901 — Αθήνα, 1937) ήταν Έλληνας φιλόλογος που διετέλεσε υφηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι ιδιαίτερα γνωστός για το εξαιρετικής ποιότητας έργο του, στο οποίο δεσπόζουν οι εκδόσεις και οι εισαγωγές στην Ποιητική του Αριστοτέλη και το Συμπόσιο του Πλάτωνα, αλλά και για την αυτοκτονία του σε νεαρή ηλικία.

sikourtis Σαν σήμερα αυτοκτόνησε ο Ιωάννης Συκουτρής το 1937Ο Ι. Συκουτρής γεννήθηκε στη Σμύρνη -πρωτότοκος γιος φτωχής οικογένειας. Φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή της Πόλης. Το 1917 πεθαίνει ο πατέρας του, ενώ τον επόμενο χρόνο αποφοιτά από τη Σχολή με «άριστα» και διορίζεται δάσκαλος στην Αστική Σχολή στην κωμόπολη Μουραδτιέ της Μαγνησίας.

Οσο ζούσε ο Ιωάννης Συκουτρής, όχι μόνο δεν πέρασε απαρατήρητος, αλλά το αντίθετο· εκτιμήθηκε ακόμη και στον ελληνικό χώρο και καταπολεμήθηκε λυσσαλέα από το πανεπιστημιακό περιβάλλον των Αθηνών. Ο πόλεμος εναντίον του από μια ορισμένη ομάδα στο πανεπιστήμιο και έξω απ’ αυτό ξεπέρασε ακόμη και τα όρια της βιολογικής του παρουσίας.

Οι αντίθετες απόψεις, γιατί εκφράστηκαν και τέτοιες, ήταν λίγες και αναποτελεσματικές. «Πεδίον μάχης» η ερμηνεία του «Συμποσίου» του Πλάτωνος. Η λιβελογραφία εναντίον του Συκουτρή ξεκίνησε και κράτησε ώς το τέλος από το περιοδικό «Επιστημονική Ηχώ» αλλά ενισχυόταν και από προφορική φημολογία. Δεν είναι σίγουρο αν τους πολεμίους του τους ενόχλησαν τα σχόλια του Συκουτρή στο «Συμπόσιο» ή η υποψηφιότητά του για καθηγητική έδρα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, την οποία διεκδικούσαν και άλλοι.

Το 1919 όμως τον βρίσκουμε δευτεροετή φοιτητή στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου θα αποφοιτήσει το 1922 και τον ίδιο χρόνο διορίζεται καθηγητής στο Ιεροδιδασκαλείο της Λάρνακας (εκεί πια επιδίδεται σε σοβαρές κυπριακές μελέτες και ιδρύει τα «Κυπριακά Χρονικά»).

Το 1924 επιστρέφει στην Αθήνα όταν διορίζεται βοηθός του Φιλοσοφικού Σπουδαστηρίου στο Πανεπιστήμιο. Τον επόμενο χρόνο αναγορεύεται διδάκτωρ της Φιλοσοφίας, παντρεύεται τη Χαρά Πετυχάκη και αναχωρεί στη Γερμανία για σπουδές Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας με υποτροφία.

Στη Γερμανία θα μείνει ώς το 1929 και εκεί θα αναδειχθεί σε μεγάλο φιλόλογο, όπως μαρτυρεί και το γερμανόγλωσσο έργο του. Επιστρέφει στηνΑθήνα. Διορίζεται καθηγητής στο Αρσάκειο και βιβλιοθηκάριος της Ακαδημίας Αθηνών.

Το 1930 όμως εκλέγεται παμψηφεί υφηγητής της Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και δύο χρόνια μετά θα δώσει το εναρκτήριο μάθημά του.

Το 1933 τού γίνεται πρόταση για την έδρα Κλασσικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Πράγας αλλά αυτός θέτει υποψηφιότητα για τη χηρεύουσα έδρα Γραμματολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Το 1934 εξέδωσε τον πρώτο τόμο της σειράς, το Συμπόσιο του Πλάτωνα, και άρχισε να προετοιμάζει την έκδοση της Ποιητικής του Αριστοτέλη (η οποία εκδόθηκε το 1937 μετά τον θάνατό του).

Το 1933 του προτάθηκε η έδρα της κλασικής φιλολογία του Πανεπιστημίου της Πράγας, αλλά δεν αποδέχτηκε την θέση.

Το 1936 υπέβαλε υποψηφιότητα για την έδρα καθηγητή της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στην Φιλοσοφική Σχολή.

Το καλοκαίρι του 1937 ταξιδεύει με ομάδα φοιτητών του στη Γερμανία. Γυρίζει απογοητευμένος – το τι και πόσα είδε στη ναζιστική Γερμανία δεν είναι και τόσο ξεκάθαρο. Πάντως, το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου βάζει τέλος στη ζωή του. Ηταν μόνο 36 χρόνων.

Ο Ιωάννης Συκουτρής αυτοκτόνησε στις 21 Σεπτεμβρίου του 1937.

Ουδέποτε συνήψαμεν γνωριμίαν με την αρχαίαν Eλληνικήν λογοτεχνίαν

Με την αρχαίαν Eλληνικήν λογοτεχνίαν, ως λογοτεχνίαν, ουδέποτε συνεφιλιώθημεν ουδέ συνήψαμεν καν αληθινήν γνωριμίαν. Οι μαθηταί ουδέποτε κατώρθωσαν ν’ ανακαλύψουν τας ωραιότητας εκείνας, τας οποίας απεστήθιζον από το εγχειρίδιον γραμματολογίας, πολύ δε ολιγώτερον να τας αισθανθούν. Και οι διδάσκαλοι των εις τα γυμνάσια δεν ημπορούσαν υπέρ αυτών ούτε να τους διαφωτίσουν ούτε να τους θερμάνουν.

Από τον Όμηρον εμάνθαναν μόνο την ιστορίαν του τρωϊκού πολέμου, άφθονον λεξιλόγιον, ολίγα στοιχεία μετρικής, διά να ποδίζουν – εν κυριολεξία με τα πόδια – τους εξάμετρους, χωρίς να εξυψούνται μέχρι του στοιχειωδέστατου αισθήματος του ρυθμού.

Ποίησιν δεν εμάνθαναν, το αιώνιον ανθρώπινον ούτε. Ο Ησίοδος, που παλαιότερα εδιδάσκετο εις τα γυμνάσια, άφηνεν εις την μνήμην των μαθητών μερικάς ηθικολογίας, ως μόνον καρπόν. Η προφητική μορφή, με την φλογεράν της πιστίν εις την θείαν δικαιοσύνην και την θείαν της αποστολήν ως κήρυκος της κοσμικής τάξεως, του έργου των Ολυμπίων, ουδέ μακρόθεν ανεφάνη εις τον ορίζονταν μαθητών ή διδασκάλων. Ούτε διδασκάλων, ούτε μαθητών η φαντασία κατώρθωνε να ιδή και να αναπαραστήση την αρχαίαν τραγωδίαν ή κωμωδίαν ως θεατρικόν έργον. Και η διαισθητική των ικανότης δεν έφθανεν εις το να αντιληφθή και ζήση την τραγωδίαν, ως τραγικότητα, ως το πρόβλημα της ανθρωπίνης ζωής, που πάντα λύσιν απαιτεί και αιώνια άλυτον μένει, την πάλην μεταξύ της ανθρωπίνης προσπαθείας και της ανθρωπίνης μοίρας, μεταξύ του ιδεώδους και του πραγματικού, του ποθητού και του δυνατού.

Το αποτέλεσμα ήτο, ότι οι μορφωμένοι μας διέβλεπαν εις την γραμματικήν εκμάθησιν της αρχαίας γλώσσης είτε μυστηριώδους τινος και θαυματουργού δυνάμεως πρόσκτησιν, της οποίας η μόνη αξία – εις την αντίληψίν των – ήτο ο κόπος, που κατέβαλλον δι’ αυτήν, και η ευλαβής προσατένισις των άλλων προς τον αποκτήσαντα την γνώσιν αυτήν είτε χάσιμον χρόνου άσκοπον.

Και τα δύο αλλότρια του σκοπού της ανθρωπιστικής παιδείας. Η μεγάλη πλειονότης απέφευγε να ανοίξη κανένα από τους «συγγραφείς», του σχολείου κατόπιν, αφ’ ού δεν είχαν τίποτε να της δώσουν. Όσοι δε τους άνοιγαν και κατόπιν – και ήσαν αρκετοί – εδοκίμαζαν βεβαίως αληθινήν ευφροσύνην από την ανάγνωσίν των, αλλ’ ευφροσύνην, που δημιουργεί αυτή η ενασχόλησις του πνεύματος, ανεξαρτήτως του αντικειμένου της ενασχολήσεως, ανάλογον με την καλαισθητικήν συγκίνησιν του μαθηματικού ενώπιον των ήκιστα αισθητικών εξισώσεών του.

Δι’ άλλους η ευφροσύνη αύτη συνίστατο εις τον αόριστον εκείνον και ασύλληπτον γλυκασμόν της εκτάσεως ενώπιον της «θείας» γλώσσης. Δι’ άλλους συνεχέετο με την ανθρωπίνως ευεξήγητον ηδονικήν αναβίωσιν παιδικών και νεανικών αναμνήσεων. Η ουσία μας παρέμενε ξένη, η επαφή μας ήτο εξωτερική μόνον, ήκιστα προσωπική. Το ανώριμον της ψυχής μας όμμα την επιφάνειαν μόνο ημπορούσε να ιδή, όχι το βάθος.

Η επικοινωνία μας με τους αρχαίους δεν επήγαζεν από μέσα μας· μας προσετίθετο απ’ έξω ως φραγκική μίμησις ή βυζαντινή παράδοσις ή επέκτασις της άλλως βαθύτατα ερριζωμένης εθνικής μας συνειδήσεως…

…Την εικόνα, που παρουσιάζει η επαφή του έθνους μας, ως συνόλου, προς την Αρχαιότητα, επιβεβαιώνει και η επισκόπησις της ιστορίας της φιλολογικής μας επιστήμης. Και εις την σχέσιν της προς τον αρχαίον βίον και εις την επιστημονικήν της παραγωγήν παρέμεινε και αύτη προσηλωμένη εις την γλωσσικήν μορφήν των αρχαίων ελληνικών συγγραμάτων, με γραμματικάς και κριτικάς παρατηρήσεις ή το πολύ σχολιασμένας εκδόσεις περιοριζόμενας απλώς και αποκλειστικώς εις το γλωσσικόν στοιχείον.

Ιωάννης Συκουτρής
Το παραπάνω αποτελεί απόσπασμα από τα επιλεγόμενα στη μετάφραση τ
του Th. Zielinski, “Ημείς και οι αρχαίοι”, Δημητράκος, Αθήνα 1928, σελ. 238-239 και 241

Το μεγαλύτερο μέρος του επιστημονικού του έργου είναι κατεσπαρμένο σε ελληνικά και ξένα περιοδικά. Αυτοτελώς μεταξύ άλλων εξέδωσε:
«Εμείς οι αρχαίοι» (1928),
«Η διδασκαλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας» (1932),
«Αρχαίος και νεότερος λυρισμός» (1932),
«Συμπόσιον Πλάτωνος» (1934),
«Φιλοσοφία και ζωή» (1931),
«Πλατωνικός Ευαγγελισμός» (1932)
«Μελέται και άρθρα» Ίδρυμα σχολής Μωραϊτη (1982).

Short URL: http://thenetwar.com/?p=34177

Posted by on 11:01 am. Filed under ΘΕΜΑΤΑ, ΠΡΟΣΩΠΑ. You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0. You can leave a response or trackback to this entry

Leave a Reply

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

ΜΗΧΑΝΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ

Search by Date
Search by Category
Search with Google

Photo Gallery



Log in | Designed by Gabfire themes