ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ: Η Ελλάδα, δυστυχώς, ήταν πάντα μέσα στο βούρκο
Άνθρωπος του πνεύματος, ο Μάνος Ελευθερίου είναι «υπεύθυνος» για μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια που έχουν γράψει τη δική τους ιστορία στο ελληνικό πεντάγραμμο. Συνεργάστηκε σχεδόν με όλους τους κορυφαίους συνθέτες, δίνοντας τεράστιες επιτυχίες με τις οποίες αναδείχτηκαν κορυφαίοι ερμηνευτές.
Λόγιος και άριστος εκφραστής της ελληνικής γλώσσας, ο Μάνος Ελευθερίου σε μια κατάθεση ψυχής μιλά για τα άγνωστα παιδικά του χρόνια στη Σύρο, για το λαϊκό τραγούδι αλλά και τον πόλεμο της Ελλάδας με την οικονομία.
«Η ζωή μας στη Σύρο…»
«Εγώ γεννήθηκα στη Σύρο λίγο πριν από την κήρυξη του πολέμου, από δύο γονείς που ζούσαν για να ζήσουν τα παιδιά τους. Που πεινούσαν για να μην πεινάσουν τα παιδιά τους. Ο πατέρας μου ήταν ο Μιχάλης και η μητέρα μου η Ευδοξία, αλλά ο πατέρας μου, ναυτικός στο επάγγελμα, είχε μια πολιτική περιπέτεια. Κατά τη διάρκεια του πολέμου δεν ήταν στην Ελλάδα, αλλά παρέμεινε στην Αμερική. Τα πλοία τότε είχαν σταματήσει κάθε ταξίδι και ο πατέρας μου έμεινε εκεί τότε για έξι χρόνια. Εγώ και τα αδέρφια μου μέναμε με τη μητέρα και τους παππούδες μου στην όμορφη Σύρο.
»Όταν τέλειωσε, λοιπόν, ο πόλεμος και επέστρεψε μαζί με πολλούς άλλους που είχαν φύγει στο εξωτερικό, όλους αυτούς δεν τους είχαν συμπεριλάβει στους εκλογικούς καταλόγους. Ο Ζαχαριάδης τότε είχε βγάλει μια διαταγή που έλεγε οι Έλληνες να μην πάνε να ψηφίσουν. Και αυτό ήταν από τις μεγάλες ανοησίες που είχαν ειπωθεί. Οποιοσδήποτε λοιπόν δεν μπορούσε να ψηφίσει θεωρούνταν αυτομάτως αριστερός. Ο πατέρας μου ήταν μεν αριστερός, αλλά ανεξάρτητος από το κόμμα. Γιατί, αλήθεια, ποιος όρισε τον Ζαχαριάδη αρχηγό της Αριστεράς; Ήταν δηλαδή άνθρωπος εκ Θεού σταλμένος για τη θέση εκείνη; Ο πατέρας μου, λοιπόν, ήθελε να ψηφίσει και πήγε στο εκλογικό τμήμα. Εκεί δεν είδαν ότι δεν υπήρχε το όνομά του και η απάντηση του υπουργείου ήρθε όταν είχαν ήδη κλείσει οι κάλπες. Όμως την πράξη την είχε ήδη σημειώσει η αστυνομία. Ξεκίνησε απέναντί του ένας ανελέητος πόλεμος. Όχι με εξορία, αλλά με κάτι πολύ χειρότερο: του απαγόρευσαν, μαζί με πολλούς άλλους, να εργαστεί οπουδήποτε, αλλά και να φύγει από τη Σύρο. Η Σύρος, δηλαδή, ήταν η εξορία του. Δύο φορές που προσπάθησε να εργαστεί τον έδιωξε η αστυνομία. Ήταν “πολιορκημένος από θάλασσα” που λέει κι ο Ρίτσος. Ήξεραν κάθε του κίνηση. Ευτυχώς μπορέσαμε, με κάποιες οικονομίες που είχαμε, να επιζήσουμε. Η Σύρα, λοιπόν, ήταν μέσα στην ατμόσφαιρα και στα γεγονότα που χτυπούσαν ολόκληρη την Ελλάδα. Η δυστυχία δεν χτυπούσε μόνο τη Μακεδονία ή τη Θράκη τα χρόνια του ’40, αλλά χτυπούσε και τη Σύρο κι όλα τα νησιά. Ξέρω τραγικές περιπτώσεις ανθρώπων που δεν είχαν απολύτως τίποτα. Είδα τότε την πλήρη ένδεια στους ανθρώπους. Τον εξευτελισμό της πείνας και τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος όταν πεινάει. Άλλωστε το βλέπετε και σήμερα ότι πάρα πολλές κλοπές γίνονται από πεινασμένους ανθρώπους.
»Στη γειτονιά, λοιπόν, που μεγάλωνα τότε στη Σύρο, έτυχε να ήμαστε λίγο πιο πλούσιοι από τους φτωχούς. Κι επειδή είχαμε το παραπάνω ελάχιστο από τους άλλους, μας θεωρούσαν ότι “έχουμε”. Αυτό το ελάχιστο έπρεπε να το μοιραζόμαστε με άλλους. Μας ζητούσαν τότε και δανεικά αλλά και πράγματα. Λίγο ρύζι, λίγο οινόπνευμα, μια κλωστή, λίγο πετρέλαιο. Θυμάμαι τότε, στα χρόνια του πολέμου, γυναίκες μαυροφορεμένες να τρέχουν στις εκκλησιές μας για βοήθεια, για να επιβιώσουν. Άνθρωποι που πήγαιναν στα μνημόσυνα μόνο και μόνο για να φάνε κόλλυβα».
«Ο ερχομός μας στην Αθήνα…»
«Στην Αθήνα ερχόμαστε το 1953 και συγκεκριμένα στο Χαλάνδρι. Είχαμε εδώ κάποιους μακρινούς συγγενείς, αλλά σπουδαίους ανθρώπους. Μου είχε κάνει τότε μεγάλη εντύπωση το μέγεθος της μεγαλούπολης. Τότε υπήρχε η νεοκλασική Αθήνα. Θυμάμαι μια Αθήνα που από τότε που τη γνώρισα μέχρι και σήμερα γκρέμιζαν τα νεοκλασικά της κτίρια. Ένα έγκλημα της ιστορίας και του πολιτισμού μας, χωρίς τέλος. Οι νεότεροι δεν έχουν παρά να δουν φωτογραφίες της Αθήνας του τότε και να τη συγκρίνουν με το σήμερα.
»Η ποίηση για μένα ήρθε αμέσως μόλις έφτασα στην Αθήνα. Εκ Θεού, που λένε. Δεν είχα διαβάσει παρά ελάχιστα ποιήματα μέχρι τότε. Όλα τα ποιήματα τα έγραφα ομοιοκατάληκτα. Αργότερα άρχισα να διαβάζω τους νεότερους ποιητές –μετά τον Παλαμά, εννοώ– και ξεκίνησα να γράφω σε ελεύθερο στίχο. Διάβαζα τον Ρίτσο, τον Ελύτη, τον Σεφέρη. Θυμάμαι, η πρώτη μου ποιητική συλλογή εκδόθηκε το 1962. Όμως είχαμε καλλιτεχνική φλέβα στην οικογένεια, αφού της μητέρας μου της άρεσε να ζωγραφίζει, να ακούει κλασική μουσική και να γράφει στίχους. Δεν είχα διαβάσει ποιήματά της, μέχρι που πριν από μερικά χρόνια, όταν είχε φύγει πλέον από τη ζωή, ανακάλυψα ένα τετράδιο γεμάτο με δικά της ποιήματα. Ο πατέρας μου ήταν πιο δεμένος με τα εγκόσμια παρά με τα υπερκόσμια!»
«Οι στίχοι στη ζωή μου…»
«Οι στίχοι μπήκαν στη ζωή μου χάρη σ’ έναν πολύ καλό μου φίλο, τον Βαγγέλη Καπετανάκη, ο οποίος μου ζήτησε, όταν ήμουν στρατιώτης στα Γιάννενα, να του γράψω στίχους για ένα συνθέτη εκείνης της εποχής ο οποίος είχε γράψει ωραία ελαφρά τραγούδια. Του ταχυδρόμησα, λοιπόν, από τα Γιάννενα κάποια τραγούδια, όμως φαίνεται πως δεν είχαν καμιά τύχη. Όμως εμένα το “σουσούρι” με τους στίχους μου έμεινε. Τότε λοιπόν έγραψα και το “Τρένο φεύγει στις οχτώ”, που ο Μίκης το συμπεριέλαβε στα λαϊκά. Με τον Μίκη, θυμάμαι, γνωριστήκαμε το 1963 όταν εγώ κι άλλοι 50 είχαμε μαζευτεί στο “Σύλλογο Φίλων τη Μουσικής” για την προώθηση της μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη. Τότε ο Μίκης ήθελε να κάνει συναυλίες, να πηγαίνουν άνθρωποι να γράφουν στους δρόμους, να σηκώνουν λάβαρα και διάφορα τέτοια. Εκεί τον γνώρισα τον Μίκη μέσω του Φώντα του Λάδη, που έδωσα 12 τραγούδια να τα δει ο Μίκης. Βρίσκω έναν γνωστό μου στο δρόμο τότε, ο οποίος μου λέει: “Χθες το βράδυ ήμασταν στο σπίτι του Μίκη και ακούγαμε τραγούδια σου”. Χαρά εγώ, που ο μύθος Μίκης άκουγε τραγούδια μου. Ο Μίκης τότε ήταν κολοσσός στην Ελλάδα και καταλαβαίνετε τι ήταν ο Μίκης να γράφει μουσική για τους στίχους μου. Τα τραγούδια εκείνα, λοιπόν, βγήκαν στο Παρίσι το 1970 λόγω της λογοκρισίας που υπήρχε στην Ελλάδα…»
«Τι είναι το λαϊκό τραγούδι»
«Δεν υπάρχει έντεχνο και λαϊκό τραγούδι. Κάποτε χρησιμοποίησε αυτή τη φράση ο Μίκης για να δείξει κάποιες διαφορές στο τραγούδι. Όμως ο Μίκης είναι λάτρης του Βαμβακάρη, άρα του λαϊκού. Δεν σημαίνει ότι επειδή ο Βαμβακάρης δεν πήγε ωδείο και ήταν αυτοδίδακτος δεν είναι κορυφαίος! Ο Βαμβακάρης, ο Ζαμπέτας, ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου, ο Καλδάρας, δεν ήξεραν να γράφουν νότες. Δεν σημαίνει ότι δεν είναι και κορυφαίοι. Δυστυχώς δεν έτυχε να συνεργαστώ μαζί τους. Και φυσικά όλα τα θεωρώ λαϊκά τραγούδια, αφού τα ακούει ο λαός. Άκουγα πάντα λαϊκά τραγούδια, απλά τώρα είμαι πιο αυστηρός στις επιλογές μου. Θεωρώ ότι ο Τσιτσάνης έχει δώσει ανεπανάληπτα πράγματα στο ελληνικό τραγούδι. Όσο είναι δίπλα σου αυτοί που τα φτιάχνουν τα τραγούδια, σου ξεφεύγουν πάρα πολλά πράγματα. Όσο περνούν τα χρόνια, τα βλέπεις πιο αντικειμενικά και τα ζυγίζεις καλύτερα. Σου μένουν πολλά στοιχεία από εκείνα τραγούδια. Και τα δικά μου τραγούδια λαϊκά είναι.
»Κάποια στιγμή ένας φίλος μου, ο Κουρκουνάκης, συγκέντρωσε όλα μου τα τραγούδια της περιόδου 1963-1995 και τα βάλαμε σε μια σειρά, με σκοπό να τα εκδώσω. Υπάρχουν όμως τραγούδια μου τα οποία δεν διαβάζονται. Είναι άθλια. Και λέω: πρέπει να ανάψω λαμπάδες σε κάποιους συνθέτες που μελοποίησαν αυτούς τους άθλιους στίχους. Εγώ τους στίχους τους γράφω όταν αρπάζομαι από μια λέξη. Και πάνω σε αυτή τη λέξη αρχίζεις να υφαίνεις το γύρω γύρω. Το ίδιο γίνεται όταν βλέπεις εικόνες. Αυτό το πράγμα σε εμπνέει!»
«Είμαι απλά ένας συγγραφέας»
«Νομίζω πως είμαι απλά ένας συγγραφέας. Αυτός ο τίτλος μού ταιριάζει. Γιατί και η ποίηση και η στιχουργική έρχονται μέσα από τη συγγραφή. Το ένα με ξεκουράζει από το άλλο και το ένα αναπληρώνει το άλλο. Εμένα μου αρέσει πολύ η παράδοση. Μέσα από την παράδοση αντλώ λέξεις. Έχω μαζέψει σε ένα τετράδιο χιλιάδες λέξεις που θεωρώ πως θα με εμπνεύσουν για να το εκδώσω. Όμως οι λέξεις αυτές μένουν εκεί μέσα νεκρές. Γιατί τα χρόνια πέρασαν κι όπως φαίνεται θα πάρει το δρόμο του σκουπιδοτενεκέ».
«Η σημερινή κατάσταση της χώρας»
«Βρισκόμαστε σε μια πολύ δύσκολη καμπή της ιστορίας μας. Αυτή τη στιγμή έχουμε πόλεμο. Όμως δεν το έχει πάρει χαμπάρι όλος ο κόσμος. Δεν έχετε παρά να δείτε τα ατέλειωτα καταστήματα που κλείνουν το ένα μετά το άλλο. Επίσης, δείτε τα χρέη του κάθε νοικοκυριού και τις ακάλυπτες επιταγές που κυκλοφορούν. Όλη αυτή η αναταραχή θυμίζει την εποχή λίγο πριν έρθει μια μεγάλη καταστροφή. Δηλαδή κάπως έτσι πρέπει να ήταν το 1939 πριν τον πόλεμο του ’40. Βεβαίως πάρα πολλοί γνωρίζουν ότι ο πόλεμος έχει ήδη ξεκινήσει. Και φυσικά ο πόλεμος δεν θα γίνει με τα όπλα εκείνης της εποχής. Αλλά οικονομικός πόλεμος, που κανείς δεν ξέρει πού θα καταλήξει.
»Αυτή τη στιγμή δεν είμαι απογοητευμένος, είμαι στεναχωρημένος. Και την κατάσταση που βρίσκεται η Ελλάδα δεν τη δημιούργησαν μόνο οι δικοί μας, αλλά και οι ξένοι. Πολλές φορές βλέπεις ότι δεν έχουμε τους ηγέτες που χρειάζεται ένα κράτος τη δεδομένη στιγμή. Οι μεγάλοι ηγέτες φαίνονται στις πολύ δύσκολες στιγμές ενός έθνους. Βεβαίως, όπως λέει και ο λαός, “ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται”. Να σώσεις ό,τι σώζεται. Δυστυχώς σήμερα βλέπω την τραγική κατάσταση των Ελλήνων που ακόμα και εξηντάρηδες ψάχνουν για δουλειά. Βέβαια, υπάρχουν και οι άλλοι που ξημεροβραδιάζονται στα μπαρ και στις ταβέρνες. Μάλλον υπάρχουν πολλά χρήματα σε ορισμένους και με την κρίση σήμερα φαίνονται. Και πολλοί λένε “τα λαμόγια στις φυλακές”. Πόσους να πάρουν οι φυλακές; Θα πρέπει να γεμίσουν όλες. Μιλάμε ότι γίνεται φασαρία σήμερα για δύο τρεις ανθρώπους που καταχράστηκαν χρήματα. Υπάρχουν όμως εκατοντάδες άνθρωποι οι οποίοι είναι χωμένοι μέσα στην αθλιότητα και στο βούρκο. Ακούω να λένε ότι ψάχνουν λογαριασμούς και πώς κάποιοι απέκτησαν αυτά τα χρήματα. Σας λέω μόνο ένα: δεν θα τολμήσουν να βάλουν κανέναν φυλακή. Είναι πάρα πολλοί χωμένοι μέσα σε αυτές τις υποθέσεις. Πιθανόν έναν ή δύο. Έπειτα λένε ότι η Siemens έδινε μίζα. Μα αυτό γίνεται από αρχαιοτάτων χρόνων. Η μίζα ήταν κανονική συναλλαγή σε όλους. Δώσε μου, να σου δώσω. Τώρα το ανακάλυψαν; Γιατί το ανακάλυψαν τώρα, μετά από τόσα χρόνια; Η Ελλάδα, δυστυχώς, ήταν πάντα μέσα στο βούρκο. Ο Ροΐδης λέει ότι είμαστε τρεις κατηγορίες Ελλήνων: εκείνοι που κρατούν την κουτάλα και ανακατεύουν το καζάνι. Είναι εκείνοι που προσπαθούν να αρπάξουν την κουτάλα και, τέλος, ο απλός λαός που βράζει μέσα στο καζάνι. Πιστεύω ότι τώρα που σφίγγουν οι κώλοι θα γίνουν θαύματα στην Ελλάδα!»
«Να κοπούν οι επιχορηγήσεις»
«Η Ελλάδα βρίσκεται στο σημείο που βρίσκεται. Όμως ήδη κάποιοι έχουν κάνει ουρές στα υπουργεία, γιατί έχουν μάθει πως παίρνουμε χρήματα από το ΔΝΤ και ζητούν επιχορηγήσεις και χίλια δυο άλλα. Πρέπει να κοπούν όλα αυτά. Η Ελλάδα έχει 250 θέατρα και η Νέα Υόρκη, με διπλάσιο πληθυσμό, δεν τα έχει. Θα πρέπει να μείνουν τα μισά θέατρα, οι μισές μουσικές σκηνές. Δεν μπορεί όλοι να είναι ταγμένοι στο θέατρο, στη μουσική και στο θέαμα. Όλοι ήρθαν εξ ουρανού; Μου φαίνεται υπερβολικό. Όσα θέατρα ή μουσικές σκηνές θέλουν ας επιβιώσουν χωρίς επιχορηγήσεις».
«Οι νέοι τραγουδιστές»
«Πολλοί λένε πως έκανε εντύπωση η συνεργασία μου με την Πέγκυ Ζήνα. Συνεργάστηκα με την Πέγκυ Ζήνα διότι είναι σπουδαία τραγουδίστρια. Ένα μεγάλο μέρος του ρεπερτορίου της δεν είναι στα δικά μου ενδιαφέροντα. Δεν είναι εκείνα που θα ήθελα εγώ να πει. Εμένα, γενικά, μου αρέσουν οι μοναχικοί καβαλάρηδες του τραγουδιού. Μου αρέσει ο Μάλαμας, μου αρέσει ο Αλκίνοος Ιωαννίδης που είναι αριστουργηματικός, μου αρέσει ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, όπως η Καλλιόπη Βέττα και η Ηρώ Σαία. Το ίδιο συγκλονιστική είναι και η Δήμητρα Παπίου».
Short URL: http://thenetwar.com/?p=30414






