Μπακούνιν: ο άνθρωπος των εξεγέρσεων
Για κάθε διάσημο άνδρα υπάρχει μια στιγμή που ο θρύλος του φθάνει στο απόγειο της. Για τον Μιχάλη Μπακούνιν η «στιγμή» αυτή ήταν το1848, η χρονιά των πολλών εξεγέρσεων. Τότε σε ηλικία τριάντα τεσσάρων ετών, είχε γίνει ο «πονοκέφαλος» όλων των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και ο «αποδιοπομπαίος τράγος» όλων των διοικητικών αρχών.
Το ψηλό ανάστημά του, η λιονταρίσια ματιά του ήταν γνωστή σε όλους τους καταπιεζόμενους. «Οι κριτικές αλλά και η παιδεία του μεγάλου Ρώσου», όπως έλεγε ο αναρχικός Αρμάνδος Μπορκι, βρέθηκαν στο στοιχείο τους εκείνο το «έτος των θαυμάτων», που οι λαοί του Παρισιού και της Βιέννης, της Βουδαπέστης, και της Πράγας, του Μιλάνου και της Βενετίας σήκωσαν κεφάλι. «Ανάσανα με όλες τις αισθήσεις μου και με όλους τους πόρους του κορμιού μου τη μέθη της επαναστατικής ατμόσφαιρας»,είτε ύστερα από χρόνια ο ίδιος ο Μπακούνιν, καθώς αναθυμόταν τις ημέρες των αγώνων του, που ήταν λίγες αλλά αξέχαστες. Έστηνε τα πόδια του, ύστερα από πολλές διαπραγματεύσεις, μια μορφή «συνυπάρξεως» με την εξουσία και, ένα λεπτό αργότερα, είχε γίνει κιόλας μπελάς. Ακόμη
Για μια ακόμη φορά άναψε στο Παρίσι το «πράσινο φως», για τα γεγονότα του 1848. Ο Μπακούνιν έκανε αμέσως την εμφάνισή του στην γαλλική πρωτεύουσα . τα μάτια του γεμάτα νοσταλγία για την Ρωσία, «έβαλε τα παρισινά οδοφράγματα στις διαβάσεις του Καυκάσου και οι κατασκονισμένοι μέσα στις φόρμες τους Γάλλους εργάτες έπαιρναν την μορφή Γεωργιανών αγροτών. Αυτός, που κατά τα φαινόμενα έσερνε μέσα του όλη την κληρονομική νωθρότητα της αριστοκρατίας, κοιμόταν ελάχιστα μιλούσε πολύ και η φωνή του θύμιζε βροντή. Ενθουσιαζόταν και ενθουσίαζε όποιος τον άκουγε. Ήταν εκδηλωτικός. Με ύφος άκακο και χαρούμενο «μοίραζε» εγκάρδια, αλλά γερά χτυπήματα στις πλάτες των άλλων. Ο επικεφαλής της επανάστασης επιτροπής τον χαρακτήρισε επιγραμματικά την «φύση» του : «Τι άνθρωπος. Την πρώτη μέρα της επαναστάσεως είναι πραγματικά πολύτιμος» , αλλά την δεύτερη θα έπρεπε να τον εκτελέσω».
Η επαναστατική κυβέρνηση, αντί να τον εκτελέσει τον άφησε ελεύθερο και τον έστειλε στην Πολωνία, για να βοηθήσει την εξέγερση εναντίον της Ρωσίας και της Πρωσίας. Επειδή, όμως στο μεταξύ οι πολωνικές εξεγέρσεις εμφάνισαν ύφεση, ο Μπακούνιν κατέληξε στο Μπρεσλαου. Και από την στιγμή εκείνη ο θρύλος άρχιζε να μπερδεύεται με την πραγματικότητα, σε μια ανεκδοτολογία γεμάτη παράξενες λεπτομέρειες. Στο τραίνο, για να μην τον αναγνωρίσουν, παρακάλεσε μια κυρία, που μόλις είχε γνωρίσει, να του κόψη τα γένια. Αργότερα, πηγαίνοντας με άμαξα στην Πράγα και βλέποντας ένα πλήθος που κραύγαζε, γύρω από κάποιον πύργο, κατέβηκε, ανέλαβε την αρχηγία της «επιχειρήσεως» (διέθετε την γοητείες του ηγέτη και όποιος τον έβλεπε υπάκουε αυθόρμητα στις διαταγές του), χώρισε τους αγρότες σε ομάδες, έδωσε οδηγίες και όταν, στο τέλος, οι φλόγες τύλιξαν το κτίριο, ανέβηκε ικανοποιημένος στην άμαξα του για να φύγει. Στην Πάργα, τον Ιούνη του 1848,πήρε μέρος στις εργασίες του σλαβικού συνεδρίου, που συγκροτήθηκε από Τσέχους, Σλοβένους, Κροάτες και πολωνούς της Ρουθηνίας. Άλλο το συνέδριο εκείνο διεκόπη από την έκρηξη της επανάστασης εναντίο του αυστριακού στρατού. Όταν έφτασαν τα στρατεύματα των Αψβούργων, τον είδε να πυροβολεί από το παράθυρο του ξενοδοχείου και αργότερα να ρίχνει αλάθητες βολές από οδοφράγματα, ενώ μια ωραία κοπέλα, που βρισκόταν στ πλευρό του, γέμισε συνεχώς το πιστόλι του. Η ομορφιά και το θάρρος δεν λείπουν ποτέ από τους θρύλους του. Στην Δρέσδη, όταν δέχθηκε τους κοινοτικούς συμβούλους, καθόταν σε ένα βαρέλι με δυναμίτιδα, κρατώντας στο χέρι ένα αναμμένο τσιγάρο. Κάποτε έφθασε στο σημείο να βγάλει από το μουσείο την Μαντόνα σεξστίνα του Ραφαήλ και άλλους περίφημους πίνακες, για να τους «στήσει» στην κορυφή ενός οδοφράγματος, με την πεποίθηση ότι οι Πρώσοι, παιδιά του Καντ και του Χέγκελ και, γι’ αυτό, λάτρες του ωραίου, δεν θα πυροβολούσαν πια.
«όταν η άμυνα της πόλεως έφθασε σε σημείο απελπιστικό, πρότεινε να κλεισθούν στο δημαρχείο να ανατιναχθούν όλοι στον αέρα. Δεν δέχθηκαν όμως οι άλλοι. Ο συνθέτης Ριχάρδος Βάγκνερ ( για τη συμμετοχή του στην κίνηση ρου 1848 είχε ως αποτέλεσμα την καταδίκη και εξορία του στην Ελβετία, όπου μελέτησε τις νέες επαναστατικές μουσικές θεωρίες του). Ο Βάγκνερ, βρισκόταν εκείνες τις μέρες στη Δρέσδη. Κατά τον Ιρλανδό συγγραφέα Μπέρναρντ Σω ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης εμπνεύστηκε τον «Ζίγκφρηντ» όταν είδε τον Μπακούνιν σε δράση. Ο Βάγκνερ ένοιωσε δέος μπροστά στον Μπακούνιν, γιατί τον άκουσε να μιλάει στις επαναστατημένες ομάδες.
Με τη βοήθεια της ψυχανάλυσης και των ερμηνευτικών κριτηρίων στης σχολής της Φραγκφούρτης ο Χερμέρτ Μαρκούζε γράφει δεν θα ήταν τολμηρό, να δούμε στον Μπακούνιν τον «πατέρα» και τον «πρόδρομο» της σημερινής αμφισβήτησης των πάντων. Κάτι τέτοιο έγραψε πριν από χρόνια στο Βελιγράδι ο Ι. Μαλίνιν , στη μονογραφία του»Το οιδιπόδειων σύμπλεγμα και το πεπρωμένο του Μιχαήλ Μπακούνιν στο πρόβλημα της ψυχολογίας της επανάστασης».
Ο ίδιος ο Μπακούνιν ήταν ένας «πνεύμα αμφισβήτησης» που γεννήθηκε κυρίως σαν αντίδραση στην τυραννία του Τσάρου Νικολάου Α, του οποίου το καθεστώς, παίρνοντας αφορμή από το κίνημα των «δεκεμβριανιστών» που ξέσπασε το 1825στην Πετρούπολη, «σκλήρυνε» ακόμη περισσότερο. ο Μιχαήλ Μπακούνιν ήταν ακόμη νέος, όταν οι « Δεκεμβριστές» ανέβηκαν στην αγχόνη ή πήραν το δρόμο της εξορίας για τη Σιβηρία. Ήταν ο τρίτος στη σειρά από ένδεκα αδέλφια. Πολύ γρήγορα δημιούργησε «κοινό μέτωπο» των αδελφών του εναντίον του πατέρα τους, εν ονόματι της «ελευθερίας» και «εναντία» στον «πατερναλισμό».Κάθε χρόνο στο ερχομό του χειμώνα, όταν έπρεπε να εγκαταλείψουν το χωριό, τη γεννετηρά του, το Πριαμουκίνο ( στην περιοχή του Τόρσοκ, στη διοικητική περιφέρεια Τβέρ, το σημερινό Καλίνιν) η οικογένεια ήταν υποχρεωμένη να τραγουδήσει τον αποχαιρετιστήριο ύμνο του χωριού, που τον είχε σύνθεση ο πατέρας του , ο Αλέξανδρος Μιχαήλοβιτς, ο μετριοπαθής φιλελεύθερος, που είχε υπηρετήσει ως ακόλουθος στις ρωσικές πρεσβείες της Φλωρεντίας, της Νεαπόλεως και στην Τουρκία. Ευγενής στην καταγωγή, ο Αλέξανδρος είχε στην διάθεση του χίλιες «ψυχές», δηλαδή χίλιους άνδρες «κολλήγους» που τους «κληρονόμησε» μαζί με απέραντες εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης. Πίστευε στη θρησκεία και, σαν πρακτικός άνθρωπος αποφάσισε να κάνει τον Μιχαήλ αξιωματικό του πυροβολικού.
Ο Μιχαήλ αμφισβητούσε και απέρριπτε κάθε μορφή «ταμπού». Επηρεασμένος από την φιλοσοφία του Χέγκελ έμαθε να αμφισβητεί τη θρησκεία, τν εκκλησία, την πατροπαράδοτη έννοια της οικογένειας και του κράτους. Στο Παρίσι γνώρισε τον Προυντόν και πείστηκε πως η «ιδιοκτησία είναι κλοπή». Και στην ρωμανική Ελβετία ανακάλυψε τη σκέψη του Ζαν Ζακ Ρουσώ.
Εγκατέλειψε την στρατιωτική καριέρα και το σπίτι του, έδωσε κυριολεκτικά μια κλωτσιά στα προνόμια, όπως και άλλοι αναρχικοί, ο Κροπότκιν , ο Καφίρε, ο Γκαεάνι, και αδιαφόρησε τελείως για την χρηματική περιουσία του. Η έννοια του χρήματος, του δικού του και των άλλων, του ήταν εντελώς άγνωστη. Υπέγραψε γραμμάτια με αγγελική αθωότητα, μοιράζοντας σα στον κόσμο που υπέφερε. Και σπαταλούσε το χρήμα λες και δεν είχε καμιά αξία. Ο Βάγκνερ τον είδε μια μέρα να αδειάζει όλο το περιεχόμενο της τσέπης του στα χέρια κάποιου ζητιάνου. Έτσι έδειξε ως ποιο σημείο είχε πια ξεπεράσει ο Μιχαήλ τους τύπους και τις αντιλήψεις της κοινωνίας του, συνέβη ακριβώς την παραμονή της αναχώρησης του, όταν παρέστησαν μάρτυρες σε μια λογομαχία με ένα παλιό του φίλο, τον αντιδραστικό Κατκώφ. Λόγο στον λόγο ήλθαν στα χέρια και η μονομαχία φαινόταν αναπόφευκτη, μια που κανείς δεν ήταν δειλός. Αλλά ο Μπακούνιν, αν αι υπήρξε αξιωματικός είπε «όχι».
Το 1840 άφησε την Ρωσία και επί οκτώ χρόνια γύρισε στην Ευρώπη σαν «τσιγγάνος», κουβαλώντας συχνά μαζί του μια βαλίτσα, ένα κρεβάτι εκστρατείας και ένα τενεκεδένιο κύπελλο. Μια φορά, γυρίζοντας από κάποιο ταξίδι συνέβη να βρει ¨βολεμένο» στο δωμάτιο του κάποιον φίλο του με τη γυναίκα του. Το πράγμα γι’ αυτόν ήταν τόσο φυσικό, ώστε χωρίς να πει λέξη, έκανε μεταβεί και έφυγε, αναζητώντας γα τον εαυτό του άλλο κατάλυμα.
Η επαναστατική φλόγα του 1848 έσβησε αφήνοντας τον Μπακούνιν στα χέρια της πρωσικής αστυνομίας. Ήταν πονοκέφαλος να κρατούν σε περιορισμό τον πιο διάσημο επαναστάτη της Ευρώπης. Οι Δικαστές της Σαξονίας τον καταδίκασαν σε θάνατο, αλλά η κυβέρνηση, του έδωσε χάρη και τον απέλασε στην Αυστρία. Εκεί, καινούργια θανατική καταδίκη, καινούργια χάρη, καινούργια έκδοση για το ο τσάρος, που κάποτε τον είχε καταδικάσει σε ισόβια εξορία και τώρα τον είχε επικηρύξει για δέκα χιλιάδες ρούβλια , τον ζητούσε επίμονα. Όταν διάβηκαν τα σύνορα, οι Αυστριακοί αστυνομικοί του έβγαλαν τις αλυσίδες και ο Μπακούνιν βρήκε την ευκαιρία για ένα μικρό «λόγο»: «παιδιά μου’ άρχισε να λέει «στο σπίτι του κανείς πεθαίνει πιο εύκολα» .Ο κοζάκος αξιωματικός τον διέκοψε. κατέληξε στο φρούριο Πετροπαβλόφσκ στην Πετρούπολη και έμεινε αλυσοδεμένος οκτώ χρόνια. Η στέρηση της ελευθέριας του στοίχισε. Υπέφερε από την καρδιά και το συκώτι του, είχε σκορβούτο και του έπεφταν τα δόντια. Άρχισε να σκέπτεται τν αυτοκτονία. ‘Ένα πρωί κατέβηκε στο κελί του ο υπουργός Εσωτερικών κα του ανακοινώσε ότι ο Νικόλαος Α επιθυμούσε γραπτή αναφορά για την περίπτωση του. Ο Μπακούνιν κάθισε και έγραψε την «ομολογία» του, ο τσάρος την διάβασε, σημείωσε τις παρατηρήσεις του και φύλαξε κατά μέρος, για τον γιο του. κανένας άλλος δεν είχε καταφέρει τότε να ρίξει καμιά ματιά σε εκείνα τα χειρόγραφα, που ήλθαν στο φως, ύστερα από πολύ καιρό ( συγκεκριμένα στην εποχή της επανάστασης του1917) και σκανδάλισε τους επαναστάτες με την πρώτη ματιά, αφού ένας άνδρας σαν τον Μπακούνιν μπόρεσε να γράψει στον τσάρο λόγια κολακείας, σαν μετανιωμένος και «νεοφώτιστος» εγκληματίας.
Αλλά ένα προσεκτικό διάβασμα των χειρογράφων αποκαλύπτουν ότι ο Μπακούνιν έπαιξε κωμωδία, για να πετύχει διπλό σκοπό: πρώτον να μεταφερθεί στη Σιβηρία και δεύτερον , να πει στον Νικόλαο Α μερικές αλήθειες. Πράγματι, του εξηγούσε τι ήταν ο κομμουνισμός, εκθειάζει «τους ευγενικούς εργάτες που ανεμίζοντας τις κόκκινες σημαίες»πολέμησαν στα οδοφράγματα του Παρισιού «ήρεμοι, σεμνοί, πειθαρχημένοι και ευγενικοί». Έλεγε ότι η αυτοκρατορία δεν ήτα παρά μια απέραντη φυλακή, που τα κλειδιά της κρατούσε ο τσάρος. Και πρόσθεσε: «Στη Ρωσία είναι απίθανο να βρεθεί δημόσιος υπάλληλος, που να μην είναι κλέφτης’. Τελικά, δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσουμε αν τα κείμενα του Μπακούνιν πιο στόχο είχαν. Γεγονός είναι πως, όταν τα έγραψε ήταν σίγουρος ότι δεν θα ξανά χαιρόταν την ελευθερία του. Και μολονότι δεν εξέθεσε κανέναν σε κίνδυνο με την «εξομολόγηση».
Το 1857 ύστερα από οκτώ χρόνια που α πέρασε «μεταγόμενος» από ένα φρούριο – φυλακή στο άλλο, ο Μπακούνιν κατάφερε να πάρει «χάρη» και να τον στείλουν στο Τομάκ, της Δυτικής Σιβηρίας. Επιστρέφοντας στο φως του ήλιου, το γέρικο λιοντάρι, βρήκε πάλι τν ενεργητικότατα του. Μέσασε λίγο καιρό η κατάσταση του άλλαξε ριζικά. Πρώτον γιατί κατάφερε να φτιάξει ένα ξύλινο σπιτάκι και να νυμφευτεί την Αντόνια, κόρη του Πολωνού εξόριστου Ξαβιέ Κβιατόφσκυ, που ήταν είκοσι πέντε χρόνια νεώτερη του και δεύτερον, γιατί πέτυχε, χάρης στον κυβερνήτη της Σιβηρίας. Που ήταν ξάδελφος του, της μητέρας του, την μεταφορά του στην σιβηρική πρωτεύουσα, το Ιρκούτσκ, και αργότερα την άδεια να ταξιδεύει για λογαριασμό κάποιας εμπορικής εταιρείας.
Αυτά ήταν προνόμια που ο Μπακούνιν εξακολουθούσε να απολαμβάνει, ακόμη κα με τον καινούργιο κυβερνήτη, που ήταν ξάδελφος μιας από τις νύφες του έως ότου, κάνοντας χρήση αυτών των «περιθωρίων ελευθερίας» αποφάσισε να δραπετεύσει. Βρισκόμαστε στο 1861 και οι πληροφορίες για τις εκπληκτικές επιχειρήσεις του Γαριβάλδη, έφθασαν ακόμη και ως την Σιβηρία. Το 1872,ο Μπακούνιν έγραψε για τον Γαριβάλδη: «Μπορώ να βεβαιώσω , πως όλος ο πληθυσμός του Ιρκούτσκ, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, έμποροι, τεχνίτες, εργάτες, ακόμη και δημόσιοι υπάλληλοι, είχαν ταχθεί με πάθος υπέρ του ελευθερωτή, που αγωνιζόταν εναντίον του βασιλιά των δυο Σικελιών και πιστού συμμάχου του τσάρου». Και πρόσθετε παρακάτω ότι «κατά την χρονική διάρκεια 1860 -1863, όταν ο ρωσικός αγροτικός κόσμος βρισκόταν σε μεγάλο αναβρασμό, οι χωρικοί της μεγάλης και Μικρής Ρωσίας περίμεναν τον ερχομό του «Γαριβαλδώφ». Και όταν τους ρωτούσαν ποιος ήταν αυτός, απαντούσαν: «Είναι μεγάλος αρχηγός, ο φίλος των φτωχών και θα έλθει να μας ελευθερώσει».
Ύστερα από μεγάλες περιπέτειες έφθασε στην Ιαπωνία, από κει στις ΗΠΑ και, τελικά, στο Λονδίνο, που ήταν του ¨»κέντρο» των ευρωπαίων πολιτικών φυγάδων. Έτοιμος να ξαναρχίσει τους αγώνες, έγραφε στις εφημερίδες, εξέδιδε συγγράμματα και προσπαθούσε να βοηθήσει την πολωνική επανάσταση του 1863, είτε ξεσηκώνοντας την Φιλανδία εναντίον του τσάρου (σχέδιο που ναυάγησε «εν τη γενέσει» του) είτε οργανώνοντας μια εφήμερη αποστολή στη Ρωσία, που δεν έφθασε ποτέ στον προορισμό της. Αναφερόμενος στην περίοδο αυτή ο φίλος του Αλέξανδρος Χέρτσεν, που υπήρξε και ο ποιο αυστηρός κριτής αυτού του αιρετικού επαναστατεί, λάτρη των εξεγέρσεων : «Δεν του αρέσουν μόνο οι βρυχηθμοί της επανάστασης, οι αναταραχές των δημοσίων συγκρούσεων, των οδοφραγμάτων και των οχλαγωγιών. Του άρεσε επίσης και η προετοιμασία, η ατμόσφαιρα δηλαδή που δημιουργείται στις παραμονές των εξεγέρσεων: η πυρετώδης κινήσεις, οι άγρυπνες νύχτες, ι έντονες συζητήσεις, οι διενέξεις, οι συμφωνίες, τα μανιφέστα, η χημική μελάνη αι οι μυστικοί κώδικες με το ¨κλειδί» της αποκρυπτογράφησης».
Αυτή η πλευρά του χαρακτήρα και της συμπεριφοράς του Μπακούνιν ήταν αποτέλεσμα της επίδρασης του ιταλού πατριώτη, που ο Ματσίνι τον γνώρισε στο Λονδίνο και της «ματσινικής» οργάνωσης που την έζησε στον χώρο της ιταλικής πραγματικότητας. Ο Μπακούνιν πήγε στην Ιταλία μ την Αντόνια το 1864 και έμενε εκεί, μερικές διακοπές, ως το 1867. Ο πρώτος σταθμός ήταν φυσικά το νησάκι Καπρέρα έδρα του Γαριβάλδη, που φάνηκε, καθώς έγραψε σε κάποια φίλη του, σαν μιαν μικρή «αληθινή σοσιαλιστική δημοκρατία. Δεν ξέρουν τι θα πει ιδιοκτησία. ¨όλα ανήκουν σε όλους. Δεν ξέρουν ούτε τι θα επίσημο ένδυμα, Όλοι φορούν σακάκια από χοντρό ύφασμα με ανοιχτό γιακά και κόκκινα κοντομάνικα πουκάμισα. Όλοι είναι μαυρισμένοι από τον ήλιο. Όλοι εργάζονται συναδελφωμένοι. και όλοι τραγουδούν».
Στη Φλωρεντία, όπου παρουσιάσθηκε σαν «διεθνής αδελφός με μυστική αποστολή» συναντήθηκε με τον Τζουζέπε Ματσίνι, σύχναζε στη βιβλιοθήκη Βιεσέ . Αλλά η Νεάπολη ήταν το βασικό κέντρο των επιχειρήσεων του. Εγκατέστησε εκεί την έδρα της οργάνωσης «Διεθνής Οικογένεια». Είχε έτσι την ευκαιρία να ζει συνεχώς κοντά στους χωρικούς και στους πληβείους του Νότου και, μέσα σε εκείνο το περιβάλλον των τρομοκρατικών συνθηκών ζωής, ο Μπακούνιν βρήκε το κατάλληλο έδαφος για να δημιουργήσει μια αληθινή, ουσιαστική σοσιαλιστική οργάνωση με «φόρμες» αναρχικές. Η Ιταλία δεν είχε αναπτύξει την μεγάλη βιομηχανία της και, συνεπώς, δεν διέθετε ισχυρό εργατικό προλεταριάτο. Έτσι δεν υπήρχε στον χώρο της ούτε μια οργάνωση που να υπόσχεται σοσιαλισμό με την μαρξιστική έννοια. Αυτή που ίδρυσε ο Μπακούνιν ήταν η πρώτη.
Στην Νεάπολη επίσης τον Γενάρη του 1869,με την βοήθεια μιας ομάδα «μπακουνιστών» γεννήθηκε το πρώτο τμήμα της Σοσιαλιστικής διεθνής, στην οποία ο Μπακούνιν είχε προσχωρήσει το 1868. Αλλά στην Ίσκια ο Μπακούνιν, απαλλαγμένος από κάθε οικονομικό πρόβλημα, αφού τον χρηματοδοτούσε μια νεαρή ρωσίδα πριγκίπισσα που είχε διακόψει κάθε δεσμό με την αριστοκρατική τάξη, βρήκε το κατάλληλο περιβάλλον για να ανάπτυξη τις ιδέες του: εκεί στη Ίσκια, «ανακάλυψε» ότι ήταν αναρχικός. Από εκεί έφυγε το γράμμα για τον Χέρτσεν που αφορούσε τη σλαβική υπόθεση. Ο πόλεμος του1866 για την, προσάρτηση του Βένετο στην Ιταλία, τον άφησε αδιάφορο. Τώρα πια είχε γίνει «ανοιχτά» ο επικριτής των κυβερνήσεων της παραδοσιακής δεξιάς, της Εκκλησίας της Μοναρχίας, της Γραφειοκρατίας των προνομίων, αλλά και των παιδιών του Ματσίνι και του Γαριβάλδη, για τον οποίο έλεγε ότι έπεσε «στα χέρια του Λα Φαρίνα και του Καβούρ, που τον έριξαν στην αγκαλιά της μοναρχίας». Ο Μπακούνιν βασιζόταν στα «εκατομμύρια των εργατών και των χωρικών που είχαν μείνει ξένοι σε όλα αυτά τα γεγονότα».
Το 1868 μια προκήρυξη του, που παρακινούσε σε εξέγερση εναντίον της φορολογίας του αλευριού, έλεγε «σε αυτό το ευτυχισμένο βασίλειο της Ιταλίας» με τα είκοσι πέντε εκατομμύρια κατοίκων, μόνο δυο εκατομμύρια είναι οι φορολογούμενοι. Αυτά τα δυο εκατομμύρια είναι όλοι καλοί άνθρωποι. Έχουν μια αξιοσέβαστη κοινωνική θέση, ψηφίζουν, ψηφίζονται και γίνονται συχνά βουλευτές. Γι αυτούς προσεύχεται ο πάπας, γι αυτούς έγινε ο αστικός κώδικας, ο δικαστικός κλητήρας, αστυνομικός και ο χωροφύλακας, τα σχολεία, τα βιβλία, οι επιστήμες, τα μουσεία, τα θέατρα, τα άλογα και όλα τα αγαθά». Και συνεχίζει παρακάτω: «αλλά τα υπόλοιπα είκοσι τρία εκατομμύρια των ιταλών τι κάνουν και τι είναι; Εσείς, αστοί και προνομιούχοι αντιμετωπίσατε ποτέ αυτό το ερώτημα»;
Στη Νεάπολη ο Μπακούνιν ήταν ένας θρύλος. Ο αναρχικός Ενρίκο Μαλατέστα θυμάται ότι : «τον περιέγραφαν σαν ένα ασυνήθιστο πρόσωπο, υπέρβαλαν τα προσόντα του και τα ελαττώματά του, μιλούσαν για το πελώριο ανάστημά του, την καταπληκτική όρεξη του, το ατημέλητο ντύσιμο του, την «αυτοκρατορική»αποστροφή του για το χρήμα».
Λένε, πως όταν έφτασαν στην Ιταλία οι Πολωνοί που διασώθηκαν από τις εξεγέρσεις του 1863, ο Μπακούνιν έδωσε στον πρώτο που βρέθηκε μπροστά του, τα μισά από τα χρήματα που είχε στην τσέπη του, στον δεύτερο, τα μισά από εκείνα που του είχαν απομείνει… «και ούτω καθ΄ εξής ώσπου να μείνει εντελώς απένταρος».
Η επιρροή του φθάνει από τη Νεάπολη ως το Μιλάνο, την Ρουμανία και την Σικελία, αλλά κυρίως προς δυο ευρωπαϊκές χώρες, την Ελβετία και την Ισπανία. Στην πρώτη υπήρχαν πολλοί εργάτες ( ιδίως στις κοιλάδες του Ιούρα), που διεκπεραίωναν στα σπίτια τους την δουλειά που τους ανέθεταν οι καπιταλιστές έμποροι. Ήταν μια ιδιότυπη κατηγορία εργαζομένων, κάτι μεταξύ τεχνίτη και βιομηχανικού εργάτη. Αυτοί, λοιπόν, οι «κατ’ οίκον» εργαζόμενοι ήταν θαυμάσιο «έδαφος» για την καλλιέργεια των ιδεών του Μπακούνιν. Στην Ισπανία, εξ άλλου, αν και δεν πήγε ποτέ ο ίδιος, κατόρθωσε, με την βοήθεια κυρίως του μαθητή του Τζοζέπα φανέλλι, να «θεμελιώσει», το 1868, δυο έδρες της διεθνούς: στη Μαδρίτη και στη Βαρκελώνη. Το 1873 οι «μπακουνιστές» έδωσαν το παρών στις εξεγέρσεις που ξέχασαν, όταν παραιτήθηκε ο βασιλιάς Αμεδαίος της Ισπανίας και ανακηρύχτηκε η δημοκρατία. Στην ισπανική αναρχική παράδοση, αρκετά ισχυρή στην Καταλονία, και στο μετέπειτα αναρχοσυνδικαλιστικό ρεύμα, ήταν πάτα φανερή η επίδραση του Μιχαήλ Μπακούνιν.
Δεν θα παρακολουθήσουμε τον Μπακούνιν στον ατελείωτο δαίδαλο των φανερών ή μυστικών οργανώσεων που ίδρυσε και συνέδεσε μεταξύ τους, άλλοτε προσχωρώντας σε αυτές και άλλοτε αποσυρμένος. Του άρεσε να «παίζει» με την επανάσταση, η οποία όπως έλεγε ο ίδιος, είναι ¨κατά τρία τέταρτα φαντασία αι κατά το ένα τέταρτο πραγματικότητα». Ο Γάλλος – Πρωσικός πόλεμος του1870 του έδωσε την ευκαιρία για την τελευταία ενεργό επέμβασή του. Στη Λυών, με την κατάληψη του δημαρχείου, διακήρυξε την κατάλυση του Κράτους. Αλλά το Κράτος, κατά την σαρκαστική περιγραφή του Μαρξ, με την μορφή δυο λόχων εθνοφρουράς, μπήκε από μια πόρτα που οι επαναστάτες λησμόνησαν ανοιχτή και σάρωσε την αίθουσα, αναγκάζοντας τον Μπακούνιν «να γίνει καπνός» .
Μετά τον πόλεμο διέκοψε οριστικά κάθε επαφή με τον Ματσίνι. Αιτία της διαφωνίας τους ήταν ο διαφορετικός τρόπος εκτίμησης των γεγονότων σαν που οδήγησαν στο δραματικό και αιματηρό επεισόδιο της παρισινής κομμούνας. Λίγο νωρίτερα, ο Ματσίνι τον είχε κατηγορήσει σαν «άθεο».Τον Αύγουστο του 1871 ο Μπακούνιν έγραψε: «που ήσαν χθες όπως είδαμε , οι υλιστές, οι άθεοι; Στην παρισινή Κομμούνα. Και που, οι ιδεαλιστές, οι πιστοί στον θεό; Στην εθνοσυνέλευση των Βερσαλλιών». Διέκοψε επίσης και τον Μαρξ, για άλλους λόγου βαθύτερους λόγους. Μεταξύ τους άλλωστε είχαν προηγηθεί διάφορες προστριβές. Ο Μαρξ είχε οργισθεί, γιατί ο Μπακούνιν δεν φάνηκε συνεπής στην υποχρέωση του να μεταφράσει στα ρωσικά το πρώτο μέρος του «Κεφαλαίου». Είχε επίσης αγανακτήσει όταν ο Μπακούνιν, για κάποιο χρονικό διάστημα, φάνηκε επηρεασμένος από τον νεαρό συμπατριώτη του Σεργκέι Νετσάγιεφ, που ήταν ο ποιο γνωστός επαναστάτης στην Τσαρική Ρωσίας και ο ήρωας που ενέπνευσε τον Ντοστογιέφσκι και να γράψει το βιβλίο του «Δαιμονισμένοι».
Ανάμεσα στον Μαρξ και στον Μπακούνιν υπήρχαν βαθιές διαφορές σκέψεως – διαφορές που γινόταν οξύτερες από τν κοινή τους επιθυμία να αποκτήσουν προβάδισμα στη Διεθνή και από την διαφορά ιδιοσυγκρασίας. Ο Καμίνσκυ, βιογράφος του Μπακούνιν γράφει: « ο Μπακούνιν είναι το άκρως αντίθετο του Μαρξ. Είναι ο μεγάλος φίλος. Σε αγκαλιάζει, γελάς μαζί του, κλαίς πάνω στον ώμο του». Η μεθοδική και επιστημονική σκέψη του Μαρξ εξέφρασε έναν σοσιαλισμό κατάλληλο για χώρες με υψηλή βιομηχανική ανάπτυξη, όπως η Αγγλία και η Γερμανία. Η ηφαιστειώδη ιδιοσυγκρασία του Μπακούνιν μεταφραζόταν, αντίθετα, σε μορφές αγώνων κατάλληλες για τους πληβείους της Ρωσίας και της Νότιας Ιταλίας. Η ασυμφωνία, όπως ήταν φυσικό, είχε δυσάρεστες επιπτώσεις σε όλα τα ουσιώδη προβλήματα της θεωρίας και της πρακτικής της επανάστασης.
Μέσα στο πάθος της σκληρής διαμάχης ο Μαρξ δεν δίστασε να μεταχειρισθεί άδικα μέσα. Κατηγόρησε τον Μπακούνιν σαν παράσιτο και πολιτικό εκβιαστή, με αποτέλεσμα η Διεθνής στο συνέδριο της Χάγης, τον Σεπτέμβρη του 1872, να αποβάλει από τις τάξεις της τους αναρχικούς, ου συγκεντρώθηκαν στο Σαίν – Ιμιέρ και δημιούργησαν δική τους οργάνωση. Η Διεθνής της Χάγης επέζησε δυο μόνο χρόνια μετά την διάσπαση, ενώ η αναρχική κράτησε ως το 1878.
Στην πολιτική σκέψη του Μπακούνιν οι δουλοπάροικοι και οι χωρικοί, σαν δύναμη καταστροφής της διαφθαρμένης δυτικής κοινωνίας, είχαν την πρώτη θέση. Η συνένωση των δουλοπαροίκων που εκείνος υποστήριζε και που τότε, το 1848, έμοιαζαν καθαρή ουτοπία, συνετέλεσε κατά πολύ στην κατάρρευση των τριών μεγάλων ιμπεριαλιστικών χωρών που τους καταπίεζαν : της Ρωσίας, της Αυστρίας και ένα κομμάτι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Όπως οι δουλοπάροικοι, έτσι και οι φτωχοί χωρικοί της Δύσης δεν είχαν διαφθαρεί από τον «πολιτισμό», παρέμειναν υγιείς «βάρβαροι’ και διατήρησαν ανέπαφη την επαναστατική τους ορμή. Ήσαν αναρχικοί από ένστικτο. Ο Μπακούνιν είχε ένα κοινό χαρακτηριστικό με όλους τους χωρικούς –από εκείνους της γαλλικής επανάστασης, ως τους άλλους της Κίνας: την δυσπιστία και την άρνηση «κατά παντός τίτλου ιδιοκτησίας». Απεχθανόταν αυτό το ένα «κομμάτι χαρτί»που δημιουργεί διακρίσεις και «ρίχνει πάντα το άδικο στην ράχη του φτωχού» ήθελε να κάψει τα πάντα. «Το ολοκαύτωμα όλων των γεμάτων σφραγίδες εγγράφων ,επισήμων και ημιεπισήμων, ποινικών και πολιτικών , είναι ένας από τους ωραιότερους σκοπούς μιας γνήσιας σοσιαλιστική επανάσταση. Και είναι επίσης πολύ πιο ανθρώπινο και ριζοσπαστικό μέσο , από το να κόβεις κεφάλια».
Για τον Μπακούνιν η γη δεν είναι ιδιοκτησία κανενός και οι καρποί της ανήκουν σε αυτόν που την καλλιεργεί. Το δικαίωμα τη κληρονομιάς πρέπει να καταργηθεί, γιατί όσο υπάρχει «δεν πρόκειται να γνωρίσει ο κόσμος ισότητα οικονομική, κοινωνική και πολιτική». Ο γάμος πρέπει να είναι ελεύθερος. Η παιδεία του λαού πρέπει να είναι καθολική και πλήρης, γιατί αν μια κοινωνική τάξη «έχει εκ γενετής το προνόμιο της ανώτερης παιδείας και της πλήρους μόρφωσης, τότε οι άλλες τάξεις θα μείνουν για πάντα εξαρτήματά της». Γι’ αυτό ο Μπακούνιν ζητούσε για τον λαό: «όλη την εκπαίδευση, τόσο πλήρη, όσο επιτρέπει ο πνευματικός δυναμικός αιώνας, έτσι ώστε να μη μπορεί πια να βρεθεί επάνω από την μάζα των εργατών, κάποια άλλη κοινωνική τάξη, η οποία θα ήταν πιθανόν να ξέρει περισσότερα και θα ήταν σε θέση, ακριβώς σαν πιο μορφωμένη, να κυβερνά και να εκμεταλλεύεται τους εργαζόμενους».
Για την πραγματοποίηση αυτού του προγράμματος της σκληρωτικής ελευθερίας, ο Μπακούνιν άρχισε ένα αγώνα που τον έστρεφε εναντίον κάθε μορφής εξουσίας: των Εκκλησιών ( η ιδέα του θεού είναι ασυμβίβαστη με την ανθρώπινη ελευθερία), των ενόπλων δυνάμεων, των κυβερνήσεων, των κοινοβουλίων, της γραφειοκρατίας, των τραπεζών και όλων των άλλων. Το μέσον για την εφαρμογή του προγράμματος ήταν ένα και μόνο η Επανάσταση. Το κοινωνικό κατεστημένο θα ανατρεπόταν και, στα ερείπιά του, ο Μπακούνιν έβλεπε την δυνατότητα δημιουργίας αυτοφυών ελεύθερων κομμουνιστικών ομοσπονδιών, που θα συνεταιρίζονταν μεταξύ τους, χωρίς να νοιάζονται καθόλου για τα εθνικά σύνορα. Κα γι’ αυτό ήτα αντίθετος στην ιδέα μια ομοσπονδίας κρατών, που θα είχαν το καθένα χωριστά τη δική τους συγκεντρωτική και απολυταρχική εξουσία της δικτατορίας του προλεταριάτου. Αντιαυταρχικός, αλλά όχι ατομιστής. Ο Μπακούνιν προσδιόριζε τον αναρχισμό του σαν «κολεκτιβισμό» ή «σοσιαλιστικό».
Ύστερα από την διάσπαση της Διεθνής ο γίγαντας ένοιωσε κουρασμένος. Πίστευε πως είχε φθάσει η ώρα να κατεβεί από το καμπαναριό, αφού χτύπησε τις καμπάνες. Έλεγε πως δεν είχε πια δυνάμεις ούτε και αυτοπεποίθηση, «για να σπρώξει ακόμη περισσότερο την πέτρα του Σίσυφου» εναντίον της αντίδρασης που θριάμβευε παντού. Η αδελφή του Τατιάνα πέθανε το 1871, ο Ματσίνι το 1872, η γυναίκα του Αντόνια έφυγε γα την Ρωσία. Θα ξαναγύριζε;».
Τον Οκτώβρη του 1873 ο Μπακούνιν παραιτήθηκε από την Ομοσπονδία του Ιούρα στέλνοντας ένα συγκινητικό γράμμα στους συντρόφους του: « Αφήστε με ήσυχο, ξεχάστε με, δεν θα ξαναενοχλήσω τώρα πια κανέναν». Αλλά και εδώ επίσης τίθεται το θέμα τις διπλής ανάγνωσης. Από αυτά που έγραφε πόσα είναι λόγια για τους άλλους και, κατά πρώτο λόγο ποσά προς τον εαυτό του; Το γεγονός ήταν πως ο Μπακούνιν ήθελε να λάβει μέρος στις εξεγέρσεις της Ισπανίας και είχε ζητήσει τα μέσα από τον αναρχικό Κάρλο Καφιέρο. Εκείνος είχε απαντήσει αρνητικά. Και του είχε πει πως δεν έπρεπε να λάβει μέρος στις συγκρούσεις. Έπρεπε, αντίθετα, να φορέσει τις παντόφλες και να κινεί μυστικά, όλα τα νήματα. Γεννήθηκε έτσι η ιδέα της Μπαρονάτα, μιας βίλλας που κατασκευάσθηκε από τον Καφιέρο, σε κάποια περιοχή της ελβετικής όχθης της λίμνης Ματζόρε. Επισήμως ανήκε στον Μπακούνιν, ο οποίος διέδωσε ότι του την είχαν χαρίσει. Η συνεργασία αυτών των δυο συνεργατών ήταν με περίοδος γεμάτη τρέλες και ένα άθροισμα από «λεπτές» αθέλητες παρεξηγήσεις. Ο Καφιέρο ήθελε να χαρίσει στον «γέρο Μιχαήλ» λίγη ανάπαυση, και, συγχρόνως την αυταπάτη πως εξυπηρετούσε ακόμη τον αγώνα. Στον Μπακούνιν δεν άρεσε να συνωμότη στις αποθήκες, με τους πρόσφυγες που είχαν συναχθεί εκεί από όλο τον κόσμο, ούτε να ζει σαν αργόσχολος. Γράφει για την περίοδο αυτή: «Έπρεπε, λοιπόν, να παρουσιάζουμε σαν ένας πολύ ευκατάστατος αστός, που τον απασχολούσαν μόνο τα οικογενειακά προβλήματα». Οπωσδήποτε είχε την ευκαιρία να δημιουργήσει έναν παράδεισο για την Αντόνια.
Ενώ η Αντόνια έφθασε με τα τρία παιδιά και τον πατέρα της και έγινε δεκτή με πυροτεχνήματα. Ο Καφιέρο πούλησε την περιουσία που είχε στην Μπαρλέττα και έφυγε για την Ρω σια όπου νυμφεύτηκε μια επαναστάτρια. Στον γυρισμό τον περίμενε η χρεωκοπία. Αναγκάσθηκε εκ των πραγμάτων, να ανακαλέσει την εκχώρηση που είχε κάνει στον Μπακούνιν και να ζητήσει την επιστροφή της βίλλας Μπαρονάτα. Η σύγκρουση ανάμεσα στον «γέρο» και στον «μαθητή» του ήταν οδυνηρή. Πως μπορούσε να πει ο Μιχαήλ την αλήθεια στην Αντόνια; Η μόνη διέξοδος ήταν ένα «ωραίος θάνατος».και ο Μπακούνιν έλεγε πάντα πως το καλύτερο τέλος θα ήτανε, «αν πέθαινε στο επίκεντρο μιας μεγάλης επαναστατικής θύελλας». Την άνοιξη του 1874 η περιοχή της Εμίλια βρισκόταν σε αναστάτωση. Ο Μπακούνιν δεν ήταν σύμφωνος με εκείνο τον ανώφελο αιφνιδιασμό «ματσινικού τύπου» που δεν ανταποκρινόταν στους κανόνες της μαζικής κινητοποιήσεις, αλλά δεν μπορούσε πια να κάνει πίσω και προχώρησε αναζητώντας σαν «λύση», τον θάνατο που επιθυμούσε. Όταν όμως έφθασε, οι αναταραχές είχαν πια «ξεθυμάνει». Έγραψε στην Αντόνια ένα «δύσκολο» γράμμα δίνοντας της ορισμένες εξηγήσεις. Αλλά ο θάνατος δεν είχε φθάσει.
Ντυμένος παπάς, με πράσινα γυαλιά και ένα καλάθι στο χέρι, άφησε γεμάτος θλίψη την Μπολόνια. Φαίνεται όμως πως ήταν μοιραίο, ακόμη και οι γεμάτες συγκίνηση στιγμές της ζωής του, να συνοδεύονται από κωμικά επεισόδια. Καθώς ανέβαινε στο αυτοκίνητο, που θα τον πήγαινε στο σταθμό, το ράσο του μπερδεύτηκε στα πόδια του. Το τεράστιο κορμί του έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες για να χωρέσει στην πόρτα και τότε άρχισε να μαζεύεται το πλήθος, που κάθε άλλο παρά καλέ διαθέσεις είχε για τον «ιερέα» που δραπέτευε. Εξ αιτίας του κωμικού επεισοδίου κινδύνευσε να αναγνωριστεί.
Έφυγε απογοητευμένος. Είχε διαπιστώσει, όπως έγραψε, ότι « η σκέψη, η πείρα και το επαναστατικό πάθος είναι στοιχεία που δεν διαθέτουν οι μάζες». Περισσότερο, όμως τον βασάνιζε ιδέα της συνάντησης με την γυναίκα του, που την είχαν αναγκάσει με την βία να εγκαταλείψει την βίλλα Μπαρονάτα». Η Μπαρονάτα «είναι δική μου», φώναζε. «Όχι, είναι της επανάστασης», της απαντούσαν. Οι σύντροφοι δεν συμπαθούσαν την Αντόνια, είχε «ξεμωράνει»τον «δάσκαλο». Ένας από αυτούς την περιέγραψε: «λεπτή, χαριτωμένη, ασυνήθιστα επιμελημένη και «κοκέτα» γα τον εαυτό της. Την ενδιέφεραν περισσότερο τα περσινά φορέματα της, παρά τα κοινωνικά προβλήματα». Στο τέλος ταχτοποιήθηκε στο Λουγκάνο.
Η Αντόνια, που με τον τρόπο της αγαπούσε αυτόν τον ριψοκίνδυνο σύζυγο εγκαταστάθηκαν σε μια βίλλα στο Λουγκάνο, όπου ο Μιχαήλ ρίχτηκε με πάθος στην καλλιέργεια λουλουδιών που θα τα πουλούσε και θα ξεχρέωνε το νέο του σπίτι. Η καλλιέργεια δεν απέδωσε τα αναμενόμενα και οι πιστωτές πήραν πίσω την βίλλα.
Την εποχή αυτή ξεκίνησε μια από της δύσκολες στιγμές της ζωής του. Υπέφερε από το άσθμα και παράλυση της κύστεως, που τον ανάγκαζε να φορά μονίμως ένα βοηθητικό μηχάνημα. Τη Νύχτα δεν μπορούσε να κοιμηθεί, δεν μπορούσε καν να ξαπλώσει και έπρεπε να μένει ακουμπισμένος στο τραπέζι. Το πνεύμα του όμως ήταν πάντα ζωντανό. Κατάφερνε μάλιστα να κάνει χιούμορ για τις αρρώστιες του. « Αφού είμαι ένας όρθιος άνθρωπος είναι φυσικό να στέκομαι με ορθή γωνία».Οι τελευταίοι στοργικοί οπαδοί του ήταν μια ομάδα ιταλών εργατών και μια φίλη του Ρωσίδα φοιτήτρια που του διάβαζε βιβλία για τις απέραντες εξοχές της μακρινής πατρίδας του. Έστηνε ευχάριστα το αυτί του, για να ακούει την φλυαρία των βατράχων, γιατί του θύμιζαν τους βατράχους της Πριαμουκίνο.
Έκλεισε τα μάτια του στη Βιέννη, την 1η ιούλητου1876 και οι φίλοι του πήγαν στο ληξιαρχείο για να δηλώσουν τον θάνατό του. Ο υπάλληλος ήθελε να μάθει ποιος ήταν αυτός, ο Μπακούνιν και τι επάγγελμα έκανε. Στάθηκε δύσκολο να του εξηγήσουν την ιδιότητα του διανοούμενου επαναστάτη. . Τελικά ο Ελβετός υπάλληλος, απομονώνοντας τα όσα προσπαθούσαν να του εξηγήσουν κράτησε μόνο ότι ήταν Ρώσος και είχε κτήματα εκεί, και έγραψε στο ληξιαρχικό βιβλίο: « Μιχαήλ Μπακούνιν, κτηματίας». Έτσι χαρακτήρισε τον άνθρωπο που ανάλωσε μια ζωή ολόκληρη πολεμώντας εναντίον της ιδιοκτησίας και του κληρονομικού δικαιώματος.
Ο επαναστάτης που μαζί με τον Μπελίνσκι και τον Χέρτσεν, ξεκίνησαν τον σοσιαλισμό στην Ρωσία, άφησε μια «κληρονομιά» όχι ευκαταφρόνητη. Ίσως αυτό δεν είναι εύκολο να το καταλάβουμε, μέσα από τις γραμμές της βιογραφίας του, στην οποία κυριαρχεί κατ’ ανάγκη η εκχειλίζουσας πληθωρικότητα της προσωπικότητάς του. Αλλά ο Μπακούνιν , πέρα από την εκρηκτική του δραστηριότητα, ήξερε επίσης να περνά πολλές ώρες σκυμμένος στα βιβλία. Και ο Ένγκελς, που τόσο τον πολέμησε όταν έμαθε για το θάνατο του είπε:»Πρέπει να τον σεβαστούμε. Κατάλαβε τον Χέγκελ».
Ο Τζ.Ντ. Χ. Κόουλ στην «Ιστορία της Σοσιαλιστικής σκέψης», υποστηρίζει ότι οι Ρώσοι σοσιαλιστές επαναστάτες, τόσο της Αριστερής Ομάδας όσο και της Δεξιάς, ήταν στην ουσία διάδοχοι του Μπακούνιν και όχι του Μαρξ. Το ποσό είχε δίκαιο ο Μπακούνιν, όταν δυσπιστούσε στο συγκεντρωτικό Κράτος, ακόμη και όταν παρουσιαζόταν με την μορφή του εργατικού, του προλεταριακού Κράτους, το είδαμε αργότερα στην Σοβιετική Ένωση. Η αντίθεης του στην πρακτική του αποκαλούμενου «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» και η καταδικαστική του θέση εναντίον της «προσωπολατρίας» ( ο Μπακούνιν ήταν εκείνος που έγραψε ότι οι μεγάλες δεσπόζουσες φυσιογνωμίες στην κοινωνική επανάσταση, όχι μόνο είναι άχρηστες, αλλά και επιζήμιες και ασυμβίβαστες με την χειραφέτηση των μαζών».
Και δεν είναι τυχαίο, ότι η μαρξιστική ιστοριογραφία, και ειδικά η κομουνιστική, αφού, με το πέρασμα των χρόνων, έκανε μια εκτίμηση του μπακουνισμού πιο αντικειμενική από εκείνη που είχαν κάνει ο Μαρξ και ο Ένγκελς (στο βιβλίο για τον αναρχισμό), επέστρεψε στην περίοδο του σταλινισμού, για να διαπιστώσει κρίσεις ιδεολογικές αι αιρετικές. Αλλά υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο επικαιρότητας, που αποδεικνύει πόσο δίκαιο είχε όταν υποστήριζε ότι η Επανάσταση έπρεπε να στηριχθεί στις υπανάπτυκτες χώρες ( τότε ήταν η Ρωσία σήμερα είναι ο τρίτος Κόσμος που οι οικονομολόγοι για να γλυκάνουν αυτό τον απαξιωτικό όρο ανακάλυψαν τον δήθεν όρο των χωρών προς ανάπτυξη),και στην δυνατότητα εξεγέρσεων των παραμελημένων κοινωνικών τάξεων, των «ρακένδυτων προλετάριων»: των χωρικών, του «λούμπεν προλεταριάτου».
Η λύση που έδωσε με το «ομοσπονδιακό σύστημα» συναντά στην πράξη πολλές δυσκολίες και μπορεί να θεωρηθεί, ακόμη και σήμερα, σαν μια λύση του μέλλοντος, αλλά έθεσε τις βάσεις μιας προβληματικής, που συναντούμε στα κρατικά κομμουνιστικά πειράματα της Κίνας. Ποιος αποφασίζει τελικά; Η συνέλευση ολόκληρου του πληθυσμού, η οποία χορηγεί ανακλητές και περιορισμένης εκτάσεως εξουσιοδοτήσεις ή μια τοπική ομοσπονδία παραγωγικών συνεταιρισμών; Και πως θα αποφύγουμε τον κίνδυνο να μεταβληθεί σε «Κράτος, η διοίκηση των ζωτικών υπηρεσιών μιας εκτεταμένης ζώνης; Ιδού τα προβλήματα, τα οποία η «μπακουνική ιδεολογία» επισήμανε με μεγάλο ρεαλισμό προ πολλών ετών, μολονότι ο Μπακούνιν δεν ενδιαφερόταν να καθορίσει εκ των προτέρων, ποια θα μπορούσε να είναι η κοινωνική διάρθρωση του μέλλοντος. Και τούτο, γιατί ο Μπακούνιν ήθελε προπάντων να είναι ένας καταδαφιστής των παλαιών και νεκρών πραγμάτων και των επιζήμιων μύθων. Είναι μια άποψη που ο Μαλατέστα συνέβαλε με πλήρη ακρίβεια, όταν έγραψε: «Ήλθε να «ταρακουνιση» όλες τις παραδόσεις, όλα τα δόγματα, κοινωνικά, πολιτικά, και εθνικά που θεωρούνταν ως τότε από την μάζα των «διανοουμένων» σαν αναταραχές και εκτός πάσης συζητήσεως αλήθειες.
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΑΝΩΝΥΜΟΥ: Η επαναστατική απόλαυση του να σκέφτεσαι τον εαυτό σου Εκδόσεις : ΕΛΕΥΙΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ
FELIX GUATTARI: Το αίσθημα τα ευτυχίας γίνεται ανατρεπτικό όταν είναι συλλογικό Εκδόσεις: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗΚΟΥΛΤΟΥΡΑ
Φ. ΓΟΥΝΤΓΟΥΩΡΘ – Ε. ΧΑΡΒΕϋ- Ν.ΟΥΩΛΤΕΡ: Το είναι ο αναρχισμός Εκδόσεις : ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ
HEDLEY BULL: Η αναρχική κοινωνία: Εκδόσεις: ΠΟΙΟΤΗΤΑ
SAM DOLGOFF: Αναρχικές Κολεκτίβες: Εκδόσεις ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΘΗΚΗ
ΧΕΝΡΥ ΝΤΑΙΗΒΙΝΤ ΘΟΡΩ: Πολιτική ανυπακοή ζωή χωρίς αρχές περπατώντας :Εκδόσεις ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ΧΕΝΡΥ ΝΤΑΙΗΒΙΝΤ ΘΟΡΩ: Αντίσταση στην πολιτική εξουσία Εκδόσεις: ΕΡΑΤΩ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΥΤΣΑΣ: Μιχαήλ Μπακούνιν ο κόσμος του και το έργο του Εκδόσεις ΑΡΔΗΝ
ΠΡΟΣΠΕΡ – ΟΛΙΒΙΕ ΛΙΣΑΓΚΑΡΕ: Η ιστορία της Παρισινής κομμούνας του 1871 Εκδόσεις ΕΛΥΕΘΡΟΣΤΥΠΟΣ
ΜΑΡΕΐ ΜΠΟΥΚΤΣΙΝ: Άκου μαρξιστή Εκδόσεις: ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΟΘΗΚΗ
ΧΕΡΜΠΕΡΤ ΜΑΡΚΟΥΖΕ :εξέγερση, αναρχισμός, μοναξιά Εκδόσεις : ΡΟΜΒΟΣ
INTA METT: Η κομμούνα της Κρονστάνδης : Εκδόσεις: ΔΙΕΘΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
Α.ΜΠΕΡΚΜΑΝ : Το αλφαβητάρι του αναρχισμού Εκδόσεις: ΚΑΤΣΑΝΟΣ
Κ. ΜΑΡΞ Φ. ΕΝΓΚΕΛΣ: Για τον αναρχισμό εκδόσεις: ΚΑΖΑΝΤΖΑ
ANDRE NATAF: Η καθημερινή ζωή των αναρχικών στη Γαλλία Εκδόσεις: ΠΑΠΑΔΗΜΑ
FRANZ NEUMANN: Τα όρια της δικαιολογημένης ανυπακοής Εκδόσεις: ΕΥΡΑΣΙΑ
MAX RUBEL: Ο Μαρξ θεωρητικός του αναρχισμού Εκδόσεις: ΑΣΤ.ΔΕΛΗΘΑΝΑΣΗ
KRICKPATRICK SALE: Λουδίτες :Εκδόσεις ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ
ΛΕΟΝΤΡΟΤΣΚΙ: Για τον αναρχισμό: Εκδόσεις: ΑΛΛΑΓΗ
TOMAS IBANEZ – MANUEL CASTELLS: Ο νεοαναρχισμός και η σύγχρονη κοινωνία Εκδόσεις: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ.
Short URL: http://thenetwar.com/?p=29837






