Οι ιεράρχες με το τσακμάκι
Ξένοι περιηγητές περασμένων αιώνων περιγράφουν το «θαύμα» της αφής του αγίου φωτός με… τσακμακόπετρες

H χρεωκοπημένη Ρωμιοσύνη δεν έχει χρήματα να πληρώσει τις συντάξεις, έχει όμως χρήματα, για να ναυλώνει κάθε χρόνο ειδικές πτήσεις από και προς την Ιερουσαλήμ για την παραλαβή του «αγίου φωτός» και πάμπολλες εσωτερικές πτήσεις πολιτικών αεροσκαφών, μεταγωγικών αεροσκαφών C 130 του Στρατού, καθώς και ελικοπτέρων της Πολεμικής Αεροπορίας, για τη μεταφορά του σε όλα τα απομεμακρυσμένα σημεία τής θεοκρατούμενης βυζαντινής της επικράτειας. Στη φωτογραφία σύσσωμη η θρησκευτική, πολιτική και στρατιωτική ηγεσία υποδέχεται στο αεροδρόμιο με τιμές αρχηγού κράτους το φως.
Η περίφημη τελετή τής «θαυματουργού» καθόδου τού θείου φωτός από τον ουρανό στο κουβούκλιο του αγίου τάφου αποτελούσε επί αιώνες ένα συναρπαστικό λαϊκό πανηγύρι μέσα στο ναό της Αναστάσεως. Κατά τους μέσους χρόνους, εξ αιτίας τού πνευματικού σκοταδισμού, των φανατισμών και της βασιλείας των δεισιδαιμονιών, η τελετή είχε προσλάβει μορφή λαϊκών παρακρούσεων.
Οι καθολικοί κατηγορούσαν τους ορθοδόξους για ανίερη σκηνοθεσία και βαρβαρότητα. Δεν είχαν, φυσικά, άδικο. Ψευδόθρησκοι κληρικοί εκμεταλλεύονταν επί αιώνες την αμάθεια καi την πίστη των χριστιανών. Αλλά εφευρέτες τού εθίμου υπήρξαν οι ίδιοι οι Φράγκοι. Επί Καρλομάγνου, τα προσοδοφόρα προσκυνήματα των Αγίων Τόπων είχαν παραδοθεί από τους ¶ραβες τού Ααρούν ελ Ρασήντ στους παπικούς μοναχούς. Ύστερα όμως από τον θάνατο τού Χαλίφη (809) και τού Καρόλου (814), τα οικονομικά προνόμια των φραγκοπατέρων καταργήθηκαν. Τότε ακριβώς οι παπικοί καλόγεροι επινόησαν το ψευτοθαύμα.
Το 1118 ο Σαλάχ ελ Ντήν παραχωρεί τα προσκυνήματα στην Ανατολική Εκκλησία, που κληρονόμησε τη χρυσοτόκο τελετή και αξιοποίησε με τον ίδιο τρόπο την αγαθότητα, την αμάθεια, την ευπιστία και την ευλάβεια των ορθοδόξων. Οι αγιοταφίτες είχαν γίνει μάστιγα, απομυζούσαν τους χριστιανούς και καλλιεργούσαν την πνευματική τύφλωση και εκβαρβάρωση των θρησκόληπτων και απλοϊκών «χατζήδων».
Οι ιεράρχες με το τσακμάκι
Το 1561 ταξίδεψε στην Παλαιστίνη ο Γάλλος κληρικός Doubdan. Τo κεφάλαιο 40 τού χρονικού του (Voyage de la Terre Sainte, contenant une v?ritable description des Lieux plus cons?d?rables que notre Seigneur a sanctifi? de sa pr?sence, Paris, 1666) αναφέρεται στην περιλάλητη τελετή του Μεγάλου Σαββάτου, που παρακολούθησε ο ίδιος στο ναό της Αναστάσεως. Ο Doubdan γράφει, ότι «οι σχισματικοί ιεράρχες της Ανατολής ανάβουν τη λυχνία του αγίου τάφου με το τσακμάκι».
Όπως αναφέρουν πολλοί αξιόπιστοι συγγραφείς, εξηγεί o φανατικός καθολικός Γάλλος περιηγητής, κάθε χρόνο, κατά τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου, ενώ οι χριστιανοί προσεύχονται με ευλάβεια, μια ουράνια φλόγα κατεβαίνει, αθέατη στον άγιο τάφο και ανάβει τα καντήλια, όχι μόνο του ιερού αυτού χώρου, αλλά και τα καντήλια όλου του ναού. «Με θαυμασμό και έκπληξη έβλεπαν οι χριστιανοί το ουράνιο φως να πετάει από καντήλι σε καντήλι και να τ΄ ανάβει το ένα υστέρα από το άλλο. Αλλά, όπως βεβαιώνουν άλλοι συγγραφείς, το θαύμα σταμάτησε εδώ και τριακόσια ή τετρακόσια χρόνια.» (Αφελέστατα ο Γάλλος κληρικός ισχυρίζεται, ότι το θαύμα σταμάτησε μετά τις Σταυροφορίες, όταν δηλαδή οι Φράγκοι μοναχοί έχασαν τον έλεγχο των προσκυνημάτων τής Ιερουσαλήμ. Γενονός είναι, ότι επί φραγκικού ελέγχου των προσκυνημάτων της Ιερουσαλήμ, κατά τον 8ο αιώνα, ο σουλτάνος της Αιγύπτου και αυθέντης τής Παλαιστίνης, Χακίμ Μπάμρ Αλλάχ, πρόσταξε την κατασκαφή του ναού, όταν οι δυτικοί μοναχοί καθιέρωσαν το θαύμα του αγίου φωτός (Ι.L. Moshem, De Lum Sanct. Sepul. IB΄ σελ. 261).
Παρ΄ όλα αυτά οι πανούργοι σχισματικοί ανατολικοί ιεράρχες ανάβουν κρυφά τη λυχνία του Αγίου Τάφου με τσακμάκι και αφήνουν να πιστεύουν οι χριστιανοί, ότι το φως κατέβηκε αθέατο από τον ουρανό, ώστε να τρέχουν οι προσκυνητές στην Ιερουσαλήμ από όλα τα σημεία του κόσμου».
Ακολουθεί μιά πραγματικά συναρπαστική περιγραφή της τελετής και των «αγρίων» εκδηλώσεων των πιστών γύρω από το κουβούκλιο του αγίου τάφου: «Το μεσημέρι τού Μεγάλου Σαββάτου, 27 Απριλίου 1651, μπήκαμε στο ναό του αγίου τάφου μαζί με τέσσερες ως πέντε χιλιάδες άτομα όλων των εθνών. Ανεβήκαμε αμέσως στο θεωρείο της ροτόντας του ναού, για να παρακολουθήσουμε με άνεση την τελετή. Ένα μέρος των γυναικών ανέβηκε στην αρμένικη πλευρά της ροτόντας και οι άλλες αραδιάστηκαν πάνω στις εξέδρες, που είχαν στηθεί γι΄ αυτό το σκοπό λίγο πιό κάτω…
Όσο περισσότεροι έμπαιναν, τοσο πιό γρήγορα έτρεχαν και τόσο δυνατότερα ξεφώνιζαν, υψώνοντας τα χέρια και λαμπάδες προς τον ουρανό… Οι γυναίκες από την πλευρά τους ξεφώνιζαν θρηνώντας σπαρακτικά κι αναστενάζοντας. Ύψωναν τα χέρια και τα βλέμματα ψηλά κι έκαναν τέτοιες χειρονομίες, που νόμιζες, πως έβλεπαν ν΄ ανοίγουν τα ουράνια και να κατεβαίνει το φως πάνω στις κεφαλές τους. ¶λλες τέντωναν τα χέρια τους σαν να το προκαλούσαν ναρθεί κι άλλες έδειχναν σαν να το είδαν, σαν να το άγγιξαν, σαν να το άρπαξαν και το έκρυψαν στον κόρφο τους…
» Ακόμα και οι άπιστοι (οι Τούρκοι φρουροί) χλεύαζαν βλέποντας αυτούς τους βαστάζους και διαπιστώνοντας, πως όλα αυτά είναι παραφροσύνη και απάτη. Αυτό το ωραίο παιγνίδι κράτησε γύρω στις τρεις ώρες. Βλέποντας το πλήθος, ότι ο θεός δεν εισάκουε τις δεήσεις του και ότι το ουράνιο φως δεν εννοούσε να φανεί, άλλοτε παραληρούσε από ιερή έξαρση και οργή κι άλλοτε στεκόταν θλιμμένο και απελπισμένο. Αλλά οι δρομείς, όπως γίνεται με τις επιδείξεις στα πανηγύρια, κεντούσαν το ζήλο των άλλων. Ξεφώνιζαν ?Ελέησον? κι αμέσως όλοι μ΄ ένα στόμα ξελαρυγγιάζονταν επαναλαμβάνοντας την κραυγή. Έτρεχαν, έτρεχαν μετά μανίας, αγκομαχώντας, εξαντλημένοι. Κι αν μια στιγμή κόνταιναν ξεψυχισμένοι το βήμα, οι άλλοι ρίχνονταν επάνω τους, τους κυνηγούσαν χτυπώντας τους με σκοινιά και ραβδιά, για να ζωντανέψουν, να τρέξουν πιο ζωηρά, πιο θαρραλέα, πιστεύοντας, πως με τις κραυγές και το σάλο θα εξαναγκάσουν τον oυρανό να στείλει, επί τέλους, το ιερό φως.
» Αλλά το πιο παράξενο, εκείνο που μ΄ έκανε να σαστίσω, ήταν το περιστατικό με τα έξη περιστέρια, που είχαν τις φωλιές τους στο θόλο του ναού. Τρομαγμένα από τη θύελλα της οχλοβοής και το ποδοβολητό άρχισαν να φτεροκοπάνε πέρα δώθε στην εκκλησία. Οι φτωχές κι αθώες γυναικούλες πίστεψαν, πως τα περιστέρια ήταν οι προπομποί του ¶γιου Πνεύματος, το μήνυμα, ότι όπου νάναι κατεβαίνει το άγιο φως. Δυνάμωσαν λοιπόν τους αναστεναγμούς και τις δεήσεις, με χειρονομίες τόσο απλοϊκές, που σού ΄ρχονταν γέλια».
Το κουβούκλιο του παναγίου τάφου μέσα στον ναό της Αναστάσεως στην Ιερουσαλήμ, όπου ο πατριάρχης ανάβει εν κρυπτώ το «άγιο φως». Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των ξένων περιηγητών των περασμένων αιώνων, το φώς άναβε με τσακμακόπετρα. Στις μέρες μας ίσως ανάβει με zippo, με απλές πάντως μεθόδους· δεν χρειάζονται οι χημικές μέθοδοι, που κάθε χρόνο παραμονές Πάσχα υποστηρίζουν από τηλεοράσεως διάφοροι ?ερευνητές?.
Ο αρχιερεύς, τον πυρίτην παίων και ο αγελαίος λαός
Το ψευδοθαύμα του Αγίου Τάφου απασχολούσε επί αιώνες τον χριστιανικό κόσμο: κληρικούς, θεολόγους και λογίους. Υπήρχαν οι σκοταδιστές ιερωμένοι, που υπεραμύνονταν της πανουργίας των αγιοταφιτών, αλλά και θεολόγοι, που στιγμάτιζαν το «θαυματούργημα», επειδή ατίμαζε τη θρησκευτική πίστη και εξαχρείωνε τον απαίδευτο λαό.
Το 1775 ο Ελευθέριος Μιχαήλος ο Λαρισαίος ρωτούσε τον κληρικό Νικηφόρο Θεοτόκη: «Αληθές ή πλάσμα το εν θεοδέγμονι τού Σωτήρος Τάφω κατά την κυριώνυμον του Πάσχα ήμέραν φως;»
Ο Θεοτόκης απαντά, ότι οι αρχιερείς ανάβουν το φως στο κουβούκλιο και δικαιολογεί την εξαπάτηση των πιστών με το φόβο μήπως η αποκάλυψη της αλήθειας εξαγριώσει το τυφλωμένο πλήθος των χριστιανών;
«Ουκ απ΄ ουρανού κατέρχεται, ουδ΄ από του τάφου αναβλύζει, αλλ΄ ο επί την διακονίαν ταύτην ταχθείς αρχιερεύς εν τω λεγομένω εισελθών κουβουκλίω, τον πυρίτην παίων (σ.σ. = κτυπάει), πυρ εξάγει επάνω του ζωοδόχου τάφου, είτα εφάψας τας εν τω τάφω πρότερον τριβείσας λαμπάδας κρατών εξέρχεται και το φως μεταδίδωσιν ως ηγιασμένον τη επαφή και προσαύσει του παναγίου τάφου. Και ο μεν αγελαίος λαός εκ του τάφου το φως ανάβλυσαν νομίζει, ουδείς δ΄ αυτώ τουναντίον ειπείν θαρσεί, δεινόν τι παθείν δεδιττόμενος». (Κ. Διοβουνιώτη, Περί του εν Ιεροσολύμοις αγίου φωτός. (Επετ. Εταιρ. Βυζ. Σπ., τόμ. Β΄, σελ. 3-19, όπου και πραγματεία του Νεόφυτου Καυσοκαλυβίτου «Περί του Επιταφίου Φωτός»).
Αφορισμός των επικριτών του «θαύματος»
Στις επικρίσεις των φωτισμένων Ελλήνων της τουρκοκρατίας για το ψευδοθαύμα των αγιοταφιτών, απάντησε το 1727 ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Παΐσιος με αφορισμό:
«Όσοι δε χριστιανοί, ιερωμένοι η λαϊκοί… εμποδίζουσι και αποκόπτουσι με ματαιολόγους φλυαρίας και ψυχρολογίας, ή με κανένα άλλον τρόπον σατανικής απάτης τους χριστιανούς από το να πηγαίνωσιν εις προσκύνησιν του Αγίου Τάφου και να δίδωσιν εις αυτόν έλεημοσύνην και αφιερώματα, και γίνονται αίτιοι, εις αυτούς μεν ζημίας και βλάβης ψυχικής, εις δε τον άγιον τάφον προξενούσι την στέρησιν της ελεημοσύνης των προσκυνητών χριστιανών· οι τοιούτοι αν δεν παύσωσιν εις το έξης από την τοιαύτην των σατανικήν και ολέθριον ανευλάβειαν και απιστίαν και κακοβουλίαν, αφωρισμένοι είησαν κ.λπ.».
Αδ. Κοραής: «Τα εξ ουρανού ψευδοκατέβατα φώτα»
Ήρθε ύστερα ο Κοραής με τον καταλυτικό «Διάλογο περί του εν Ιεροσολύμοις Αγίου Φωτός» να τους στηλίτευσει θαρραλέα. Ονειδίζει και κατηγορεί τους αγιοταφίτες για αγυρτεία, που δημιουργεί ψυχώσεις με τα «εξ ουρανού ψευδοκατέβατα φώτα» και παρασύρει αντιχριστιανικά και αντεθνικά στρατιές προσκυνητών στο σκοτάδι τής δεισιδαιμονίας. Ένα απόσπασμα του διαλόγου:
Φώτιος: …Πονηροί και γόητες άνθρωποι, υποκριταί, ψευδολόγοι, πλανώντες τους ανθρώπους με δαιμονικάς διδασκαλίας, πλεονέκται εμπορευόμενοι τους χριστιανούς με πλαστούς λόγους, με μύθους γραώδεις, με ψευδή θαύματα, διά να τρέφωσι τάς καθημερινάς τρυφάς και να πληρώνωσι τάς ηδονάς των… Δεν σε λανθάνει βέβαια πόσαι χιλιάδες προσκυνητών υπάγουν κατ΄ έτος εις την Ιερουσαλήμ και πόσας μυριάδας γροσιών εξοδεύει καθείς εξ αυτών, διά να αξιωθεί να ίδει το άγιον φως.
Καλλίμαχος: Έχεις δίκαιον. Πιθανόν, ότι πολλαί χιλιάδες αργυρίων δαπανώνται ματαίως εις αυτό.
Φώτιος: Πρόσθες και όσας εξοδεύουν οι ταλαίπωροι Γραικοί εις τα σπαρμένα καθ΄ όλην την Ασιανήν και Ευρωπαίαν Ελλάδα μετόχια των Αγιοταφιτών δια την προς το άγιον φως ευλάβειαν.
Καλλίμαχος: Αν προσθέσεις και ταύτα, γίνονται νομίζω πολλότατα εκατομμύρια γροσίων.
Φώτιος: Ω μωρία! Ω τυφλότης! ¶ρα εσυλλογίσθησαν ποτέ πόσην ζημίαν προξενούν εις το Γένος, γενόμενοι εμπόδιον της προκοπής και της ευδαιμονίας των Ελλήνων;
Ο Κοραής λοιδωρεί ακόμη και των Ελλήνων «χατζήδων» της τουρκοκρατίας την έπαρση και των συμπολιτών τους το θαυμασμό. Πραγματικά το προσκύνημα στον άγιο τάφο, ταξίδι δύσκολο πάντοτε και δαπανηρό, αποτελούσε μέγιστο τίτλο τιμής και ευγενείας. Αμείλικτος και μαστιγωτικός ο Κοραής γράφει στα Προλεγόμενα του Βεκκαρία: «Πώς και αυτόν τον Χατσήν; Επειδή και αυτός εφαντάζετο την προσκύνησιν του αγίου τάφου, ως θρησκευτικήν ευγένειαν κι εκαταφρόνει τον, όστις δεν είχε τέσσαρας ή πέντε χιλιάδες γροσίων να καταχωνεύσει εις των αγιοταφιτών τους φάρυγγας.»
http://www.freeinquiry.gr/pro.php?id=1250
Σημείωση:
Το παραπάνω άρθρο αποτελείται από αποσπάσματα από τα βιβλία του Κυριάκου Σιμόπουλου:
- Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 333 μ.Χ. – 1700, τόμος Α΄, έκδ. «Στάχυ», σελ. 548 – 551 και 556 – 558.
- Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1810 – 1821, τόμος Γ2΄, έκδ. «Στάχυ», Αθήνα, 2001, σελ. 300 – 304.
Ο τίτλος, η εικονογράφηση και οι υπότιτλοι είναι της “Ελεύθερης Έρευνας”.
Short URL: http://thenetwar.com/?p=17765






